frear

Καθώς ωδίνες – ένα διήγημα του Κωνσταντίνου Πιτένη

Η φωταγώγηση της νέας παραλιακής με διαδοχή και συμμετρία των ερυθρόλευκων πυρήνων της γραμμής των φουτουριστικών φανοστατών τού έδινε την εντύπωση ενός μακροσκελούς αεροδιαδρόμου· η αρτηρία του βυθιζότανε στις παρυφές της Καλαμαριάς, με ορόσημο το πλίνθινο μεγαθήριο στο μέτωπο του Μεγάρου Μουσικής. Ο αστυνόμος είχε αποφασίσει να περπατήσει μέχρι το σπίτι του στην κάθετη πάροδο της Μαρτίου· χρειαζόταν άλλωστε καθαρό αέρα. Προχώρησε βουβός, σκυθρωπός, μόνος· το υποσυνείδητό του εύρισκε παρηγοριά και εγγύηση στην ενιαία κίτρινη ρίγα της ζώνης του ποδηλατοδρόμου. Διέσχισε τις Ομπρέλες του Ζογγολόπουλου με τους αναβλύζοντες πίδακες και τα μαρμαρόστρωτα σιντριβάνια· εκεί όπου τα ζευγαράκια της πόλης συνάζονται λαθραία και ιερά σαν σε ύστατο καταφύγιο, χορεύοντας με τις έφηβες φαντασίες τους σε μακροπεριπλάνητους παραδαρμούς της θάλασσας.

Διασκέδασε προς στιγμή με την αλληγορία. Οι ομπρέλες, η ασπίδα των δυτικών απέναντι στην πυρηνική τρομοκρατία· κι οι λόγχες που τις διατρέχανε, η αντίφαση του ανθρωπισμού, οι αφοπλισμοί που απαιτούσαν ολοένα βαρύτερο οπλοστάσιο… Ο γιατρός Πελεγρίδης πρωταγωνιστούσε ακόμη στο μυαλό του αστυνόμου· σύντομα όμως ο κουρασμένος κι άυπνος συνειρμός του άρχισε τους δρασκελισμούς. Η επαναλαμβανόμενη διαδοχή των μοτίβων κατά μήκος της παραλιακής τού προκαλούσε ύπνωση κι ένα μούδιασμα· συν τοις άλλοις, ένοιωθε τώρα τα πόδια του βαριά, έπειτα από μισή ώρα περπάτημα. Αποφάσισε μια ανάπαυλα· πλησίαζε ήδη τη διώροφη ξύλινη κατασκευή.

Τα παγκάκια του ορόφου ήταν ελεύθερα· πράγμα καθόλου ιδιαίτερο, δεδομένων των καιρικών συνθηκών του παγετού και της υπό το μηδέν θερμοκρασίας σήμερα. Μέριασε και χάζεψε για λίγο το βαθυσκότεινο πέλαγο. Το μυαλό του δεν έλεγε όμως να ξεμουδιάσει· το εύρος κι η ανωνυμία του καθήκοντος τον είχανε παραλύσει. Το βλέμμα του θήρεψε τις ρευστές φωταψίες που πλημμυρίζανε απ’ άκρου εις άκρον σαν ισχνό τρέμουλο την πόλη· έπειτα, την προβολή του λιμανιού στον κόλπο· τις μακρινές αποβάθρες με τους άψυχους γερανούς σαν κάτι σκιάχτρα, τους θεόρατους στύλους με τους προβολείς να ανακρίνουν τη νεκροφάνεια της βιομηχανικής ζώνης, τις πλινθόκτιστες, απολιθωμένες αποθήκες με τα neon να τους εμφυσούνε το κύκνειο άσμα. Βυθιζόταν ολοένα· βαφτιζότανε πάλι στον τελευταίο του πειρασμό. Ένοιωθε το σώμα του αγκυλωμένο, το κεφάλι του υποτονικό. Έγειρε προς τα πίσω· ο σβέρκος του αφέθηκε σε μια στάση ευνοϊκή. Δεν κοιμότανε όμως. Ξάφνου, έβλεπε ακόμη. Ξημέρωνε· βρισκότανε, λέει, σε ένα κατάφωτο δώμα με χρυσαυγίζουσες ανακλάσεις και μύρωμα βασιλικού. Ένα πυρετικό χάδι σκαρφάλωνε τώρα τον κορμό του, ένα φιλί βρήκε να φωλιάσει στον λαιμό του καθώς φυλακτό· το φιλήδονο κορμί της πλεύρισε το δικό του και ταίριαξε τους γοφούς της στους δικούς του. Η τρυφερή σύντροφος ήξερε να θεραπεύσει την ψυχή του από τη βαβούρα μιας ημέρας σαν κατακεφαλιάς· έπλεξε τα χαριτωμένα της δάχτυλα στα μαλλιά του και φέρθηκε ολόσωμη κατά μέτωπο. Τα υδαρή μάτια της αστράφτανε καθώς δύο χαλαζίες· τόσο διαφανή και πολύτιμα φάνταζαν. Καλπάσανε, λέει, μαζί οι δυο τους για κάμποση ώρα σε οργασμό, ανάβοντας το μεσημέρι στον ιδρωμένο αέρα του δωματίου. Η λαχτάρα όμως δεν κόπασε· ο ίμερος σπαρταρούσε μες στα σπλάχνα τους καθώς μια νοτισμένη φούσκα που λες θα εκραγεί. Παιγνιδίσανε· τη γαργάλεψε αδίστακτα και εκείνη για αντίποινα του κέντριζε τα πιο ηδυπαθή άκρα του. Ήξερε ένα προς ένα όλα τα τρωτά σημεία του, σάμπως κάποιος που αφουγκραζότανε απαρχής τις πιο άδηλες αγωνίες του.

Τα μάτια της σύντομα θα ράγιζαν· έμοιαζε μοιραίο. Δεν ήτανε παρά μοναχά μια φευγαλέα αντηλιά η ευτυχία τους. Άξαφνα, η γυναίκα άρχισε να βογκά και να πάλλεται· τη ζαρώσανε απανωτοί πόνοι σαν ωδίνες. Βάστηξε με τους πήχεις την κοιλιά της που τη σούβλιζε, καθώς ριγούσε με τη μορφή της διαβρωμένη, οχληρή. Προτού παραδοθεί ολοκληρωτικά στους σπασμούς που την έδερναν, τον πέτυχε μια φορά κατάματα. Το παιδί… πού είναι το παιδί; σχηματίστηκε στα σταφιδικά της χείλη, λίγο προτού εξατμιστεί η ψυχή της. Το όνειδος καταπόντισε τον άνδρα· ένοιωσε τα σωθικά του να συρρικνώνονται, να αδειάζουν. Δεν άκουε τίποτα· είχε εγκλωβιστεί μέσα σε μια τραγική μόνωση καθώς σε μια δίνη λαίμαργη, αμετροφάγο· κι όλο έχανε και γύρευε τη γυναίκα εις μάτην σε μια άπειρη απόσταση. Ήθελε να τη σφαλίσει διαπαντός σε μια αγκαλιά του· να μην του φεύγει εσαεί για ακόμη μια φορά. Μα πώς να την παρηγορήσει για το παιδί της που ο ίδιος απαρνήθηκε; Σάματι, είχε σήμερα κάτι άλλο να της πει; Ένοιωθε βρώμικος, σαθρός και κούφιος. Το σκηνικό είχε τώρα αλλοτριωθεί· σε ένα φορείο κειτότανε μελανιασμένο ένα άμοιρο σώμα· το ιδικό της. Ήτανε πια νεκρή. Ένας άξενος και ατέρμων διάδρομος ανακύκλωνε κάτι εντατικές φωνές και το κλάμα της κόρης του.

Ο άνδρας που έγερνε στο παγκάκι, έμοιαζε ασάλευτος, βαλσαμωμένος καθώς κουφάρι άδειο από ψυχικά. Κι όμως δεν κοιμόταν· έβλεπε κι άκουε με αφηρημένη προσήλωση· άκουε το χειμέριο μούγκρισμα της θάλασσας· μάντευε σε αυτή το δυσοίωνο σκοτάδι και το αμέριστο βάθος. Οι αισθήσεις είχανε μόλις εγκαταλείψει τα ακροδάχτυλά του· το ψύχος ήταν οριακό. Ο βόμβος της ανθρωπότητας διυλιζότανε στη φεγγαρόφωτη μαρμαρυγή των αφρισμένων κυμάτων. Η πόλη, σαν το φαντασμαγορικό τρέμουλο στον πίνακα ενός Henri Matisse, κάρφωσε μια αιχμηρή κοψιά καρατίων στα ερμητικά του βλέφαρα.


[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ.]

Σε λίγο καιρό κοντά σας με νέο ηλεκτρονικό τεύχος στο mag.frear.gr

Mag.frear.gr – Τα ηλεκτρονικά μας τεύχη