frear

«Αυτά ήταν ο Στάλιν» – του Μιχάλη Μακρόπουλου

Ο αφανισμός του ανθρώπου μες στο πλήθος, το άλεσμά του στο μύλο της Ιστορίας. Από το βιβλίο Οι τελευταίες ημέρες του Στάλιν, του Joshua Rubenstein (Yale University Press), πώς περιγράφουν ο ποιητής Γιεβγκένι Γιεφτουσένκο κι ο συγγραφέας Αντρέι Σινιάφσκι τις σκηνές που εκτυλίχθηκαν κατά το «λαϊκό προσκύνημα» της σορού του Ιωσήφ Στάλιν.

«Ήμουν σ’ ένα πλήθος στην πλατεία Τρουμπνάγια», γράφει ο Γιεβγκένι Γιεφτουσένκο. «Το χνότο από τους δεκάδες χιλιάδες ανθρώπους που συνωστίζονταν πλάι πλάι υψωνόταν σ’ ένα λευκό σύννεφο τόσο πυκνό, ώστε πάνω του φαίνονταν, καθώς ταλαντεύονταν, οι σκιές των γυμνών μαρτιάτικων δέντρων. Ήταν ένα θέαμα τρομαχτικό κι απίστευτο. Νέοι χείμαρροι χύνονταν σε τούτη την ανθρωποπλημμύρα από πίσω, αυξαίνοντας την πίεση. Το πλήθος μετατράπηκε σε πελώρια δίνη. Συνειδητοποίησα πως ωθούμουν καταπάνω σ’ ένα φανάρι, το ζύγωνα ασταμάτητα. Ξάφνου είδα ότι μια κοπελίτσα σπρωχνόταν πάνω στο στύλο. Το πρόσωπό της ήταν παραμορφωμένο κι ούρλιαζε. Όμως τα ουρλιαχτά της δεν ακούγονταν ανάμεσα σ’ όλες τις άλλες κραυγές και τα βογκητά. Μια κίνηση του πλήθους με πήγε προς το κορίτσι· δεν άκουσα, μα ένιωσα με το κορμί μου, το σπάσιμο των εύθραυστων οστών της καθώς τσακίζονταν πάνω στο φανάρι. Έκλεισα έντρομος τα μάτια γιατί δεν μπορούσα ν’ αντέξω την εικόνα των γουρλωμένων τρελά, παιδικών γαλάζιων της ματιών, και παρασύρθηκα παραπέρα. Όταν κοίταξα ξανά, το κορίτσι δε φαινόταν πλέον. Το πλήθος πρέπει να την είχε ρουφήξει αποκάτω. Κάποιος άλλος πιεζόταν πάνω στο φανάρι, με το κορμί του να συστρέφεται και τα χέρια του να ’ναι ανοιχτά σαν πάνω σ’ ένα σταυρό. Κείνη τη στιγμή ένιωσα ότι πατούσα κάτι μαλακό. Ήταν ένα ανθρώπινο κορμί. Σήκωσα ψηλά τα πόδια μου και το πλήθος με παράσυρε. Για πολλή ώρα φοβόμουν να τα ξανακατεβάσω. Το πλήθος πύκνωνε όλο και πιο πολύ. Με έσωσε το ύψος μου. Κοντοί άνθρωποι πάθαιναν ασφυξία, έπεφταν και χάνονταν. Ήμαστε παγιδευμένοι ανάμεσα στους τοίχους των σπιτιών από τη μια μεριά και σε μια σειρά στρατιωτικών φορτηγών από την άλλη».

Όταν ο Γιεφτουσένκο και άλλοι ικέτεψαν τους στρατιώτες να μετακινήσουν τα φορτηγά, κει που κεφάλια ανθρώπων τσακίζονταν πάνω στα ατσαλένια πλαϊνά τους, εκείνοι αρνήθηκαν. Δεν είχαν εντολές να το κάνουν. «Για πρώτη φορά στη ζωή μου αισθάνθηκα μίσος για τον άντρα που κηδεύαμε. Δεν μπορούσε να είναι άμοιρος της καταστροφής. Αυτό το “δεν έχουμε εντολές” ήταν που είχε προκαλέσει το χάος και την αιματοχυσία στην κηδεία του». Ο Γιεφτουσένκο δεν έφτασε στην Αίθουσα των Κιόνων αλλά γύρισε σπίτι του θεωρώντας ότι παρ’ όλα αυτά είχε δει τον Στάλιν. «Επειδή όλα όσα είχαν μόλις συμβεί – αυτά ήταν ο Στάλιν».

Βλέποντας το χάος στους μοσχοβίτικους δρόμους, ο συγγραφέας Αντρέι Σινιάφσκι, που ήταν σπουδαστής το 1953, ένιωσε παρόμοια συναισθήματα. «Αποδείχτηκε ότι ο νεκρός δεν είχε ξεδοντιαστεί», έγραψε ο Σινιάφσκι στο αυτοβιογραφικό του μυθιστόρημα Καληνύχτα! «Είχε σχεδιάσει έτσι έξυπνα το θάνατό του, ώστε μια μεγάλη μερίδα από τους πιστούς του να θυσιαστεί σ’ αυτόν. Θυσιασμένοι προς τιμήν της θλιβερής αποδημίας του, μια ταιριαστή κορύφωση της ηγεμονίας του! Όπως η σορός ενός αγίου περιβάλλεται από θαύματα, έτσι του Στάλιν περιβλήθηκε από φόνο. Δεν μπόρεσα να μην το θαυμάσω. Είχε μπει στην ιστορία η τελευταία πινελιά».

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ.]

picture-5-stalin-banner
Από την ταινία του Νικήτα Μιχάλκοφ, “Ψεύτης ήλιος”.
Σε λίγο καιρό κοντά σας με νέο ηλεκτρονικό τεύχος στο mag.frear.gr

Mag.frear.gr – Τα ηλεκτρονικά μας τεύχη