frear

Ντουρνταμπάκ – της Έλφης Κιλλαχίδου

Ο θείος Νταλάνης την κοίταξε χαμογελώντας μέσα από τα σκουροπράσινα μυωπικά γυαλιά του και τις γκρι-σιέλ πυτζάμες του. Ύστερα, με μια νωχελική κίνηση, άφησε τον καφέ του στο τραπεζάκι από χρυσοβαμμένο χυτοσίδερο, κάθισε σε μια από τις εκατέρωθεν του καναπέ πολυθρόνες, έφερε στο στόμα του ένα ήδη αναμμένο τσιγάρο και μέσα από ένα σύννεφο καπνού την ρώτησε:

«Είσαι για ένα Ντουρνταμπάκ;»

«Τι θα πει “Ντουρνταμπάκ”;» απόρησε εκείνη.

«Ένα παιχνίδι».

«Τι παιχνίδι;»

«Θέλεις να παίξεις ή όχι;»

«Ναι».

«Ξεκινάμε τότε».

Ξεκίνησαν, αλλά μέχρι να ταχτοποιήσει το τραπέζι όπως ήταν πριν από τις σκηνοθεσίες της και μετά να το μεταφέρουν κάπως απόκεντρα για να καθήσουν οκλαδόν face à face και σε απόσταση δύο τρία μέτρα ο ένας από τον άλλο, τον άκουσε να της λέει πως θα συνέχιζαν την επόμενη φορά. Η επόμενη φορά έφερε άλλες. Πότε χρειαζόταν σπάγκο κι αυτή δεν κατάφερνε να βρει, πότε σπιρτόκουτο κι όλοι είχαν αναπτήρες, κι όταν έβρισκε το σπιρτόκουτο ή τον σπάγκο, «θα συνεχίσουμε την επόμενη φορά», της έλεγε.

«Τουλάχιστον, πες μου τι θα πει “Ντουρνταμπάκ”», επέμενε η Άννα.

«Στάσου και κοίτα», θα της έλεγε μερικές δεκαετίες αργότερα ο σούπερ και πανάγιος φίλος της από το Σούνιο, γιατί ο Νταλάνης, παρ’ όλα τα δικά της «να το πάρει η θάλασσα», το πήρε μαζί του.

«Θα συνεχίσουμε την επόμενη φορά», της επαναλάμβανε λοιπόν τότε, μ’ ένα ήρεμο κι αφοπλιστικό χαμόγελο ο θείος της, κι όταν κάποια φορά βρέθηκε ο σπάγκος, πρώτα τον δίπλωσε στα δύο, ύστερα τον τέντωσε κι αποφάνθηκε:

«Διπλός δεν φτάνει, μονός περισσεύει».

«Να κόψουμε κάτι», ψιθύρισε η Άννα, σαν να απευθυνόταν στον εαυτό της.

«Έτσι μπράβο!» υπογράμμισε ο Νταλάνης.

Κάποτε βρέθηκε και το σπιρτόκουτο.

«Θα χρειαστεί να περάσει ο σπάγκος από το κέντρο του», διευκρίνισε ο Νταλάνης.

Η Άννα χάραξε ένα Χ πίσω μπρος και με μια παπλωματοβελόνα διαπέρασε το σπιρτόκουτο και το κάρφωσε σαν πεταλούδα στη βελουδένια πλάτη της κόκκινης πολυθρόνας. Ύστερα πέρασε τον σπάγκο στο μάτι της βελόνας, την τράβηξε από τη μύτη και το σπιρτόκουτο βρέθηκε περασμένο σαν χάντρα παραλληλεπίπεδη.

Οι μνήμες της καίγονται στις άκρες του ορίζοντα, οι μνήμες της αργοσαλεύουν στις φλέβες της. Το παιχνίδι δεν τελείωσε. Ο Νταλάνης έφυγε. Το παιχνίδι έμεινε χωρίς τέλος.

[Απόσπασμα από την Ισκαριώτισσα, εκδ. Γαβριηλίδης, Αθήνα 2015, σελ. 117-118. ]

Σε λίγο καιρό κοντά σας με νέο ηλεκτρονικό τεύχος στο mag.frear.gr

Mag.frear.gr – Τα ηλεκτρονικά μας τεύχη