Τι κάνει ένα δοκίμιο του Ζήσιμου Λορεντζάτου ή του Κωστή Παπαγιώργη να ’ναι τόσο συναρπαστικό; Η υπέροχη γλώσσα, φυσικά. Μα, πάνω απ’ όλα, οι ιδέες ενός συγκριμένου είδους. Αυτού που πετάει κάποια στιγμή αποπάνω του τα βαρίδια της βιβλιογραφίας κι αφήνεται σ’ ένα συμπερασματικό πέταγμα του νου, συχνά ατεκμηρίωτο, βιβλιογραφικά τουλάχιστον –μα όχι και διαισθητικά. Οι αστρατολόγητες ιδέες οι βγαλμένες αίφνης, εξ αποκαλύψεως, μέσ’ από τον αφαλό – κείνες που για να υπάρξουν δεν είναι προϋπόθεση να έχουν ήδη υπάρξει (και που αυτή τους η ελευθερία αντανακλάται τελικά και στην ομορφιά της γλώσσας). Ιδέες σαν εκείνους τους τρεις νόμους του Κέπλερ. Σαν τις θεωρίες του Φρόυδ ή του Γιουνγκ, που θεμελίωσαν ολόκληρη επιστήμη πάνω στ’ αναπόδεικτο. Όμως, αυτού του είδους οι ιδέες, οι εξ ομφαλού προερχόμενες, είναι ορθές; Όχι πάντα. Και λοιπόν; Η λαμπρότητά τους είναι τούτη ακριβώς η ισορροπία στην κόψη μεταξύ λάθους και ορθού. Κάθε επιστήμη, πόσο δε μάλλον η φιλολογία, εντέλει αποτελεί φόρο τιμής στην ανεκτίμητη αξία του ιδιοφυούς λάθους.
[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ.]







