frear

Δομή και αφαίρεση στο σενάριο – του Λάκη Παπαστάθη

Από την αρχή νομίζω πως κάπως πρέπει να διευκρινίσω γιατί υπάρχει αυτός ο τόσο βαρύγδουπος τίτλος της ομιλίας μου: «Δομή και αφαίρεση στο σενάριο»! Σα να πρόκειται για εγχειρίδιο μηχανικής. Αρχιτεκτονικής κυρίως. Όμως η αρχιτεκτονική είναι ένα οικοδόμημα στον χώρο, ενώ το σενάριο και το φιλμ, η λογοτεχνία, το μυθιστόρημα, είναι μια νοητή σύνθεση στο χρόνο. Όπως η μουσική. Πρέπει να φανταστείς και κυρίως να βιώσεις τους αφηγηματικούς όγκους. Δεν μπορείς να τους δεις όλους μαζί να σχηματίζουν μια σύνθεση, όπως στη ζωγραφική και την αρχιτεκτονική. Την ώρα που με πήρε ο κ. Καλαντίδης να μου προτείνει τη σημερινή ομιλία εγώ προσπαθούσα με πρόχειρες χάρτινες κατασκευές να ισορροπήσω το καινούργιο μου σενάριο. Σαν να ήταν πολυκατοικία. Από μικρός έβλεπα μπαταρισμένη την τεράστια πολυκατοικία της οδού Μεσογείων –εκεί που ξαναχτίστηκε το «Ερρίκος Ντυνάν»– και δεν ήθελα καθόλου να συμβεί το ίδιο σ’ ένα σενάριό μου, μολονότι γνώριζα πως πρόκειται για δύο εντελώς διαφορετικές συνθέσεις.

Είχα, λοιπόν, κατασκευάσει διάφορα κουτάκια, όσες και οι σκηνές του σεναρίου με διαφορετικό πλάτος και ύψος ανάλογα με την έκταση, την ένταση, τη βαρύτητα, την αφηγηματική ουσία κάθε σκηνής. Τα έβαζα το ένα πάνω στο άλλο με τη σειρά. Έκοβα και έραβα. Ήξερα βέβαια πως αυτό δεν έπρεπε να το πάρω και πολύ στα σοβαρά, όμως μου έδινε τη χαρά του παιχνιδιού και ταυτοχρόνως με έκανε να σκέφτομαι τι σημαίνει ο όγκος κάθε σκηνής και από τη φιλμική της πλευρά, όταν δηλαδή προστεθούν στην αφήγηση, οι ρυθμοί, τα πρόσωπα, τα εξωλεκτικά στοιχεία, το φως, η θέση της μηχανής, ο ήχος και τόσα άλλα που βέβαια δεν λέγονται, δεν γράφονται στο σενάριο.

Βέβαια στον τίτλο της ομιλίας μου αναφέρεται και η λέξη «αφαίρεση». Η λέξη-κλειδί για όλες τις τέχνες. Είτε κάνω σινεμά, είτε σκηνοθετώ «Παρασκήνιο», είτε γράφω, η αφαίρεση έχει τον τελικό λόγο. Θυμάμαι πάντα τα τσιτάτα δύο παλιών δασκάλων. Το ένα ήταν του Αλέξη Δαμιανού όταν γυρίζαμε την Ευδοκία: «Μη μου λες συνέχεια να αφαιρώ, να αφαιρώ, να αφαιρώ! Στο τέλος δεν θα μείνει τίποτα! Η μεγάλη αφαίρεση συγγενεύει με τη μή έκφραση, με το τίποτα! Πρέπει πάντα να βρίσκεις το όριο». Μου το είπε όταν γυρίζαμε τη σκηνή της Διμοιρίας Επιδείξεων ένα προχωρημένο απόγευμα του ’69 στο Χαϊδάρι. Εγώ επέμενα να αφαιρέσουμε την ένταση από τις εκφράσεις των φαντάρων και να μείνουν μόνο οι κινήσεις των σωμάτων σε γενικό πλάνο, με έντονο ρυθμό και δυνατό ήχο. Ο ίδιος, χωρίς να με απορρίψει, βρήκε κάτι ενδιάμεσο, στο σωστό όριο. Θυμάμαι πως μετά το γύρισμα, όταν πήγα σπίτι, άνοιξα και διάβασα τη σκηνή στο σενάριο. Δεν περιείχε σχεδόν τίποτα από τον πλούτο που ζήσαμε στο γύρισμα. Τη δεύτερη συμβουλή που σχετίζεται με την αφαίρεση μου την είπε ο αξέχαστος Αριστείδης Καρύδης-Φουκς που είχε γυρίσει σαν οπερατέρ και είχε μοντάρει εκατοντάδες ταινίες του παλιού αλλά και του νέου κινηματογράφου: «Ξέρεις τι μου συμβαίνει όταν βλέπω στην τηλεόραση παλιές ταινίες που έχω μοντάρει; Θυμάμαι πως όταν συζητούσαμε με τον σκηνοθέτη αν πρέπει να κόψουμε ή όχι μια σκηνή της ταινίας και τελικά την αφήναμε, χωρίς να την μικρύνουμε, πάντα είχαμε λάθος! Και τελικά αυτό το βλέπω τώρα, μετά σαράντα χρόνια στην τηλεόραση. Με τρώει ο πισινός μου, νιώθω άσχημα, θέλω να σηκωθώ την επόμενη και να πάω σε μια μουβιόλα να την κόψω! Όταν συνέβαινε το αντίθετο, όταν μικρύναμε δηλαδή, μετά από συζήτηση τη σκηνή, σήμερα νιώθω άνετα, ωραία, ευχαριστημένος, επιβεβαιωμένος για την τότε επιλογή!».

Ήταν κάπως εκτεταμένη η εισαγωγή μου γιατί εν συνεχεία θα ακούσετε μικρά κεφάλαια που σχετίζονται με την εμπειρία μου στο σενάριο. Δεν έχουν τη βεβαιότητα ενός πανεπιστημιακού κειμένου, έχουν την αμφιβολία και την αβεβαιότητα για μια φάση της τέχνης μας που είναι πολύ χρήσιμη και δημιουργική αλλά δεν ακολουθεί κανόνες απαράβατους που να είναι το ίδιο χρήσιμοι για όλους.

Η συνέχεια στην έντυπη έκδοση του περιοδικού (Φρέαρ, τχ. 2).

 

Σε λίγο καιρό κοντά σας με νέο ηλεκτρονικό τεύχος στο mag.frear.gr

Mag.frear.gr – Τα ηλεκτρονικά μας τεύχη