frear

Ανθισμένα σπάρτα – του Γιάννη Πάσχου

Ίσα που είχε χαράξει και είδε δυο μικρά παιδιά σε ανοιξιάτικο λιβάδι, κακοντυμένα και ατημέλητα, να τρώνε χόρτα σα νάταν ζώα που έβοσκαν. Πλησίασε προσεκτικά ανάμεσα από τα δέντρα, κρατώντας το καπέλο του στο αριστερό του χέρι και τα ρώτησε από πού είναι. Εκείνα σήκωσαν το κεφάλι από τη γη και τον κοιτούσαν περίεργα, σα να μην καταλάβαιναν καλά τι τα ρωτούσε. Με τα πολλά, το πιο μεγάλο του απάντησε σε σπασμένα ελληνικά: Ρουμάνια. Την άλλη μέρα ξαναπέρασε και είδε πάλι μικρά παιδιά, κακοντυμένα και ατημέλητα, να τρώνε χόρτα, σα νάταν ζώα που έβοσκαν σε ανοιξιάτικο λιβάδι. Πλησίασε προσεκτικά μη λασπωθούν τα μαύρα του σκαρπίνια και τα ρώτησε από πού είναι. Εκείνα σήκωσαν το κεφάλι και το πιο μεγάλο του έδειξε μια γειτονιά φτωχική κι έρημη, δίπλα στα κλειστά ναυπηγεία. Την επομένη, συνάντησε στο ίδιο μέρος μικρά παιδιά ξυπόλυτα, σχεδόν γυμνά, να τρώνε χόρτα σα νάταν ζώα που έβοσκαν σε ανοιξιάτικο λιβάδι. Πλησίασε προσεκτικά, μη σκαλώσει πουθενά το άσπρο του κοστούμι και τα ρώτησε από πού είναι. Εκείνα δεν καταλάβαιναν καθόλου τι τα ρωτούσε, με τα πολλά, το πιο μεγάλο από αυτά, μια λέξη μόνο άρθρωσε, Χαλέπι, και σφούγγιζε με το χέρι του το χώμα από τα χείλη.

Μετά από δυο μέρες ακριβώς, πέρασε από το ίδιο μέρος νωρίς το πρωί, ίσα που είχε ξημερώσει και είδε τα παιδιά να είναι άνδρες και γυναίκες, λες και μεγάλωσαν ξαφνικά, λες και είχαν περάσει χρόνια. Είχαν φτιάξει μικρά ξύλινα σπίτια κι έσπερναν και θέριζαν τον εγκαταλειμμένο από καιρό αγρό και τους καρπούς από τα δένδρα μάζευαν μέσα σε μεγάλα ψάθινα καλάθια. Μόλις τους είδε από μακριά, άρχισε να τρέχει προς το μέρος τους, αφηνιασμένος, το λόγο να ζητήσει που πάτησαν τον αγρό χωρίς να τον ρωτήσουν. Ξέχασε φαίνεται πως γι’ αυτόν, ο χρόνος αλλιώς είχε μετρήσει, δεν άντεξαν τα πόδια του κι έπεσε μέσα στους θάμνους τους ψηλούς και τα κοτρώνια, εκεί που έπαιζε παιδί τα καλοκαίρια.

Δεν πέθανα, είπε αυτός κι ας κείτονταν αιμόφυρτος στο χώμα, τους βλέπω μέσα από τ’ ανοιχτά παράθυρα να τρώνε και να γελούν. Μεσημέριασε μα δεν πέθανα ακόμη, τους βλέπω μέσα από τα ανοιχτά παράθυρα να πίνουν κόκκινο κρασί και τα τραπέζια είναι γεμάτα σπάρτα ανθισμένα. Δεν πέθανα, είπε πάλι, κι ας πέρασαν από το πρωί τόσες ώρες, μυρίζω ακόμη το άρωμα των λουλουδιών, θάναι άνοιξη για ν’ άνθισαν τα σπάρτα.

Αυτά είπε κι έκανε να σηκωθεί, μα καθώς ακούμπησε με όση δύναμη του είχε απομείνει το χέρι του στη γη, αυτή άρχισε να βουλιάζει σα νάθελε σιγά- σιγά ολόκληρο να τον καταπιεί. Κατάλαβε ότι ήταν μάταιο να προσπαθεί όρθιος να σηκωθεί και καθώς ήταν πεσμένος πάνω στη γη, πήρε ένα χρώμα περίεργο, σχεδόν μπλαβί, δεν ξεχώριζε ανάμεσα από τα αγριόχορτα που φύτρωναν εδώ κι εκεί. Δεν πέθανα ακόμη, τι κρίμα, ψιθύρισε με λύπη, θάναι άνοιξη, άνθισαν και τα σπάρτα…

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ.]

p5290062-1

Σε λίγο καιρό κοντά σας με νέο ηλεκτρονικό τεύχος στο mag.frear.gr

Mag.frear.gr – Τα ηλεκτρονικά μας τεύχη