Απ’ τα σκαλιά κατέβαινε με ορμή
κι έλεγες δυο-δυο
πώς το μπορεί, θα πέσει,
θα γκρεμοτσακιστεί,
μέσα σ’ ένα λεπτό
θ’ ανοίξει το κεφάλι του στα τρία,
θα τον πηγαίνουν όπου να ’ναι τέσσερις.
Ώσπου διέψευσε
τους πάντες.
Κι έφτασε.
Και τώρα που τα ’καμε όλα ίσωμα
κινά για τη μεγάλη ανηφόρα
ήρεμος, πράος, γαλήνιος,
σα θάλασσα γυαλί
που κάνουν πάνω της
βαρκάδες, πυροφάνια.
[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ.]







