frear

Για το «Γραφείον ενικού τουρισμού» του Γιάννη Στρούμπα – γράφει η Ανθούλα Δανιήλ

Γιάννης Στρούμπας, Γραφείον Ενικού Τουρισμού, εκδ. Καλλιγράφος, Αθήνα 2016.

Εν αρχή ην ο αριθμός. Της Γραμματικής. Ενικός και Πληθυντικός. Ισχύει για όλα τα πράγματα και όλες τις ενέργειες. Ο «Τουρισμός» όμως δεν εμπίπτει στην περίπτωση και δεν πολλαπλασιάζεται. Αν και ποικιλόμορφος είναι Ενικού αριθμού. Δεν υπάρχουν «τουρισμοί», αν και στη σολοικίζουσα και βαρβαρίζουσα εποχή μας και αυτοί μπορεί να προκύψουν, όπως προέκυψαν τα «κόστη» και όπως κάποιοι «διαρρέουν τις ειδήσεις», όσοι απέκτησαν αυτή την ιδιότητα, δηλαδή, να κάνουν το ρήμα να «μεταβαίνει». Να κυλάει και ο τέντζερης για να βρίσκει το καπάκι του. «Οι δούλες με τα ελληνικά τα βαρβαρίζοντα», «Τρισβάρβαρα τα ελληνικά των· οι άθλιοι», έλεγε ο Κωνσταντίνος Καβάφης.

11914938_114761218873852_1234484753994277566_n
Γιάννης Στρούμπας

Ο Γιάννης Στρούμπας, όμως και φιλόλογος είναι και Ελληνικά καλά ξέρει και «παιδί φανατικό για Γράμματα» είναι, μια και κάναμε την αρχή με τους καβαφικούς στίχους. Άρα, κάτι θέλει να μας πει με τον, σαν ταμπέλα, τίτλο του: Γραφείον Ενικού Τουρισμού. Και ο νοών αίσθηση θυμηδίας και πικρής ειρωνείας διαβλέπει, σ’ εκείνον τον «ενικό» που μπήκε ανάμεσα στο «Γραφείον» και στον «Τουρισμό». Και σ’ εκείνο το κατάλοιπο της εκπεσούσης καθαρευούσης τελικό «ν» –«Γραφείον»– το οποίο μας τραβάει από το μανίκι για να μας δείξει ότι παίζει, παίζει με τα πάθη μας και την εποχή μας. Ποια όμως είναι η εποχή και ποια τα πάθη;

Το διάνυσμα του χρόνου που ο ποιητής διασκελίζει για να θυμηθεί τα πρώτ’ εόντα, βλέπει τα παρόντα και υποψιάζεται τα μέλλοντα, είναι η εποχή και τα εν αυτή συμβαίνοντα είναι τα πάθη. Είναι η εποχή που κατάφερε η Ελλάδα να βγει από την ηθογραφική της ενδοστρέφεια και να ενστερνιστεί μια αστικόμορφη επίφαση, τυφλωμένη από την, λίγο πριν την κατάρρευση του μεταπολεμικού ονείρου, ευμάρεια. Ήταν η εποχή που ο Κίτσος πούλησε τα πρόβατα και ήρθε στο ημιυπόγειο της αστικής πολυκατοικίας, για να ανοίξει μίνι μάρκετ, πολύ μίνι, μια τρύπα, από την οποία ο χθεσινός παραγωγός ή κτηνοτρόφος μετασχηματιζόταν σε εξελιγμένο αστό, αστούλη, με μαγαζί στην πόλη. Και το καλοκαίρι δεν πάει πια στο χωριό για μπάνια, αλλά σε κάποιο νησί. «Τόσοι και τόσοι βαρβαρότεροί μας άλλοι, αφού το κάνουν, θα το κάνουμε κ’ εμείς» (θα έλεγε ο «πειραγμένος» για την περίσταση, Καβάφης).

Και ο χρόνος αυτός είναι ιερός. Είναι μαζί η ελπίδα και η διάψευση, η έξοδος από τη μιζέρια και η είσοδος στη λαμπερή φτώχεια. Η εποχή που το δάνειο σε έστεφε βασιλιά. Το παιδί που έχασε τη μπάλα του, με όλες τις έννοιες. Που περίμενε στη στάση το λεωφορείο με όλα τα σύνεργα κομπλέ: «καπελάκι», «τσαντούλα», «ψυγειάκι». Και τα κορίτσια: «αντηλιακό, ρουζ και μπουρνούζ», «μαχαιράκι», «πεπόνι» και «καρπούζ». Έτσ (για να είμαστε σύμφωνοι με το συγκείμενο), με την κατάληξη των λέξεων φαγωμένη, προσαρμοσμένη στο αξάν της περιοχής, με όλα τα υποκοριστικά στη σειρά, σε μια Ελλάδα με την νεοαποκτηθείσα Δημοκρατία της που περίμενε στη στάση το λεωφορείο για τα μπάνια, εφτά χρόνια και να το, ήρθε.

«Στο τιμόνι του οδηγοί/ με διπλώματα/ αντιστασιακής οδήγησης και καθοδήγησης/ –ορθοί αντίστασης φαλλοί εκ του ασφαλούς/ στο εξωτερικό– / Στα καθίσματα/ σάβανα βασανισμένα/ (Γυάρος – Μακρόνησος – Αϊ-Στράτης:/ μόλις καταργήθηκε)// Αμήχανα εύθυμη βολεύεται σε μια θεσούλα/ και ξεκινάει για τα μπάνια του λαού/ με το μικρό αστικό/ η μικροαστική Δημοκρατία».

12916180_238362919847014_7164089791788604197_oΤα δικαιώματα του λαού, τα μπάνια του λαού. Ο λαός, αυτός, ο «πάντα ευκολόπιστος και πάντα προδομένος» πάει, επιτέλους, στα μπάνια. Και ο χρόνος τρέχει, το ποιητικό υποκείμενο περνά την εφηβεία του, χάνοντας την αθωότητα και μαθαίνοντας πολλά. Πως η γλώσσα και το «Γλωσσικό ζήτημα» δεν τελείωσαν ακόμα. Μαθαίνει Αγγλικά, όπως και η πρώτη στις προτιμήσεις του γειτονοπούλα, αλλά εκείνη προτιμά να συνδιαλέγεται με τον Ντάνιελ που κατέφθασε από μακριά και χειρίζεται τη γλώσσα πιο καλά. Και ο έφηβός μας τι κάνει; Κάνει την «κατάχρηση του καλοκαιριού»: «παγωτά, λουκουμάδες κι ηλεκτρονικά». Έχει κι αυτός γλώσσα για να γλείφει παγωτά, χωνάκια που λιώνουν στα χέρια του και στάζουν και πέφτουν μέσα από τα δάχτυλά του τα ζουμιά, όπως κι ο χρόνος. Και μεγαλώνει και γίνεται σύζυγος και πατέρας και βλέπει τον χρόνο τον αληθινό στην κόρη του και στον γιο του τον μικρό. Και τώρα είναι η σειρά του μικρού να παίξει φλιπεράκια ή στο ίντερνετ καφέ. Με τα μάτια τού σήμερα βλέπει το τότε και ασκεί κριτική και στο σήμερα και στο τότε. Ένας νοσταλγός, όχι του χρόνου που πέρασε, αλλά του ονείρου που ξέφτισε, είναι. Γιατί κι εκείνη η «μπάλα» που του «κλέψανε ο αέρας και το κύμα», ξεβράστηκε «προχθές στης μνήμης τ’ Αρχιπέλαγος» και έφτασε φαντάζομαι με το κοίλον ξεφουσκωμένο πια από τα τόσα στη θάλασσα δεινά. Κι όλα τα πράγματα παίζουν διπλά. Σαν τα μαχαίρια που μαχαιρώνουν και τα καρπούζια και τα όνειρα.

Στο ποίημα «Μένουμε Ελλάδα» ο τίτλος παραπέμπει στην ωραία εκπομπή της ΕΤ 1, η οποία προβάλλει τις ομορφιές της ελληνικής γης, προορισμούς διακοπών εξαίσιους. Και ο ποιητής, περιμένοντας ώρες ατέλειωτες το καθυστερημένο πλοίο, έχει την ευκαιρία να στοχαστεί πάνω στην ασυνέπεια των δρομολογίων, στη βλάβη του πλοίου και άλλα τινά που μεταβάλλουν τις όμορφες διακοπές σε ταλαιπωρία. Και κάποτε φθάνει στον όμορφο προορισμό. Στην ωραία εξοχή, και ξαπλώνει το κορμάκι του να ξεκουραστεί. Και να ο κόκορας που επιμένει να παριστάνει το ξυπνητήρι, να τα τζιτζίκια που επιβεβαιώνουν τη ζωντάνια του καλοκαιριού, να τα κουνούπια-βαμπίρ σε λιλιπούτεια εκδοχή, να οι τσούχτρες με λυσσασμένη από το αλάτι αδημονία (σκύλες και χάρυβδες), όλα τα ασήμαντα και σημαντικά πιασμένα χέρι χέρι στον χορό των ματαιώσεων και των απομυθοποιήσεων· «Μένουμε Ελλάδα».

Ναι, εμείς μένουμε Ελλάδα αλλά η Ελλάδα προχωράει. Και η συλλογή προχωράει. Ποιος στέκεται πια στη στάση του λεωφορείου; Ζούμε στην εποχή του «τέσσερα επί τέσσερα». Από τη Γραμματική στην Αριθμητική, μάθημα χρησιμότατο στο δημοτικό, χειροπιαστό. Ήξερες πόσο κάνει το ένα για να βγάλεις τα πολλά. Με την εξέλιξη όμως και τα αφηρημένα ανώτερα μαθηματικά χάσαμε τον λογαριασμό. Δεν ξέρεις πόσα θα σου στοιχίσει το «τέσσερα επί τέσσερα» της προόδου.

koursaris_3Και οι λουκουμάδες είναι πια («παραδομένη στο μέλι του ήλιου», λέει ο Σεφέρης για την κουκουβάγια που τελικά ήταν γεράκι) παραδομένοι στις μύγες, λέει ο Στρούμπας· «σκλάβοι στα δεσμά τους» και μας κλείνει το μάτι σαν Θεοτόκης. Η σανίδα για τη θάλασσα, δεν είναι σανίδα σωτηρίας αλλά μήλον της έριδος για τα παιδιά του που, τελικά, «βρεγμένη θα την πάρουν και τα δυο». Οικεία κακά. Η ανακοίνωση του καπετάνιου για τον «έλεγχο των υπεραρίθμων» του θυμίζει ότι είναι δημόσιος υπάλληλος. Και όπως φεύγει το πλοίο και φωτογραφίζει το όμορφο τοπίο: παραλία, βαρκάκια, παιδιά, μαγκάκια, βουνά και βουναλάκια, θάμνοι, πιο ψηλά η «Πολιούχος εκκλησιά/ Παντεπόπτρια/ Παντογνώστρια/ Και στα ουράνια της κορφής και της κορνίζας/ Ύψιστες/ Άναρχες/ Υπερούσιες/ οι Κεραίες της Κινητής Τηλεφωνίας». Μάλιστα. Έτσι έχουν τα πράγματα κι η πρόοδος. Όμως ο ποιητής θα κάνει ζουμ και θα αφαιρέσει από την ωραία φωτογραφία τις κεραίες! Και τότε θα χτυπήσει το κινητό του με «σήμα καμπάνα» για να του υπενθυμίσει ότι δεν μπορεί να τις αγνοεί. Τις κουβαλάει πάνω του. Αυτές είναι εκεί, ψηλά, πιο ισχυρές από το ιστορικό, ηρωικό ΚΚΕ και ΚΚΣΕ. Αυτά είναι και τα δύο παρελθόν. Το παρόν ανήκει στο ΚΚΤ: Κεραίες Κινητής Τηλεφωνίας!

Η εθνική οδός που κάποτε περνούσε από τις Θερμοπύλες άλλαξε και αυτή. Και ως ευέλικτος δρόμος παρέκαμψε τον Λεωνίδα. Τώρα μόνο στα Καμένα Βούρλα γίνεται στάση. Τουριστική ζώνη, χωρίς Εφιάλτες. Ο Λεωνίδας μόνος, ενικός αριθμός και αυτός, φυλάει τις Θερμοπύλες. Και από τα «συναισθηματικά» παλαιομοδίτικα στους εύγευστους κουραμπιέδες Καρβάλης. Εκεί γίνεται και η στροφή και η μετάλλαξη της ευμάρειας. Στην παραλία η Ελλάδα «σαν κουρελιάρα, σαν ζητιάνα» πίνει νερό από το ψυγείο πάγου. Η Δημοκρατία μας, που απαλλάχτηκε από τον γύψο της επταετίας, επιστρέφει στον πάγο. Η Ελλάδα και η πρόοδος έκαναν μια εξωφρενική πιρουέτα. Άστραψε η πρόοδος, έλαμψε ο νεοπλουτισμός και έπειτα όλα ξαναγύρισαν εκεί που ήταν κάποτε. Από τον χουντικό γύψο στον σύγχρονο πάγο, η ενδιάμεση, όποια, χλιδή υπήρξε απλώς ένα διάλειμμα μιας μικρής χώρας, πιόνι και παίγνιο των μεγάλων δυνάμεων ήδη πριν καν δημιουργηθεί με την Ελληνική Επανάσταση…

Τελικά ο Στρούμπας δεν είναι άνθρωπος του κοπαδιού, ωστόσο ακόμα και μέσα στο κοπάδι μπορεί να είναι απομονωμένος και ενικός. Μέσα στον θόρυβο μπορεί να πιάνει τους ήχους. Επιμένοντας στον «ενικό τουρισμό» στην απομόνωσή του, στα βιβλία του και στα χαρτιά του, στη γυναίκα του και στα παιδιά του, παρατηρεί και καταγράφει πώς οι νεόπλουτοι έπρεπε να τα χάσουν όλα για να καταλάβουν ότι η μεγαλομανία είναι ύβρις και η ύβρις αρχαιόθεν τιμωρείται. Ούτε ο ήλιος δεν μπορεί να υπερβεί τους κανόνες, λέει ο Ηράκλειτος. Μόνο που όταν φτάνει η ώρα της τιμωρίας το κακό έχει γίνει.

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Τα έργα είναι του Σπύρου Κουρσάρη. ]

5

Σε λίγο καιρό κοντά σας με νέο ηλεκτρονικό τεύχος στο mag.frear.gr

Mag.frear.gr – Τα ηλεκτρονικά μας τεύχη

%d bloggers like this: