frear
Van Gogh, Pair of Shoes, 1886

Τα καλά παπούτσια και τα χοντροπάπουτσα της μετάφρασης – του Μιχάλη Μακρόπουλου

Ο αείμνηστος Ανταίος Χρυσοστομίδης μου ’χε πει κάποτε: «Αληθινό μεταφραστή δε θεωρώ τον επαγγελματία αλλά αυτόν που μπορεί να αφιερώσει σε μια μετάφραση όσο χρόνο χρειάζεται». Δεν ήταν ο πρώτος που το ’λεγε, και σίγουρα δεν ήταν ο πρώτος που το εννοούσε κι ας μην το είχε πει ρητά –άρα, του αναγνώρισα τότε, και του αναγνωρίζω τώρα ακόμη, την ειλικρίνεια του λεχθέντος. Σε μια πρόσφατη συνέντευξη μιας μεταφράστριας που δεν ψωμίζεται από τη μεταφραστική εργασία, διαβάζω: «Ένας μεταφραστής δεν μπορεί να είναι μεταφραστής αν δεν καταλαβαίνει πλήρως το πνεύμα, τη φιλοσοφία του δημιουργού (δεν λέω κατ’ ανάγκην να συμμερίζεται), αν δεν αντιλαμβάνεται επαρκώς το “πνευματικό” / πολιτισμικό περιβάλλον μέσα στο οποίο δημιουργείται το πρωτότυπο έργο. Αυτό επιτυγχάνεται με την ακαταπόνητη μελέτη ενός συγγραφέα, μιας εποχής, μιας κουλτούρας, με την ειδίκευση σε μια λογοτεχνία ή έναν συγγραφέα». Προφανώς, υπάρχει για τον μεταφραστή ένας γενικός ορισμός: «Μεταφραστής είναι αυτός που μεταφράζει». Και στην πρώτη και στη δεύτερη περίπτωση, λέγοντας «μεταφραστής» ο ομιλών/η ομιλούσα μάλλον εννοούσε «καλός μεταφραστής» –σ’ αντίθεση με τον «κακό μεταφραστή», που για λόγους βιοπορισμού έχει στη διάθεσή του τρεις μήνες, ή έξι, για να μεταφράσει ένα βιβλίο στ’ οποίο θα μπορούσε να αφιερώσει έναν χρόνο ή και δύο, και που δεν έχει επίσης την πολυτέλεια να αρνηθεί την όποια μεταφραστική πρόταση του γίνεται, αλλά βάζει παρ’ όλα αυτά τα δυνατά του (φαντάζομαι, μιας κι είναι «επαγγελματίας», αλίμονο) να πετύχει τα μέγιστα, διαθέτοντας συχνά τα ολίγιστα σε χρόνο, πόρους, κ.λπ. Μπορώ κατά κάποιον τρόπο να φορέσω και της μιας άποψης τα πολυτελή παπούτσια (θεωρητικά, μιας και ως επί το πλείστον το βαλάντιό μου μου επιτρέπει μονάχα να τα θαυμάζω στη βιτρίνα) και της άλλης τα χιλιοφορεμένα χοντροπάπουτσα, που διά της αποδεδειγμένης χρήσης είναι κατάλληλα για πολύωρες κοπιώδεις πορείες στα κατσάβραχα. Θα είχε βέβαια ενδιαφέρον να φόραγε τα δεύτερα, για μία φορά έστω, κείνο το πόδι που ’ναι μαθημένο μονάχα στα πρώτα, γιατί εντέλει ο σεβασμός γεννιέται από την ενσυναίσθηση, και η ενσυναίσθηση είναι με τη σειρά της γέννημα της «εμβίωσης». Και κάπου, σ’ όλα τούτα, νιώθω μιαν απουσία σεβασμού –που με τη δική της σειρά ίσως να απορρέει από μιαν ανάγκη αυτοεπιβεβαίωσης; Αλλά ίσως, πάλι, να λαθεύω.

Το αρθράκι τούτο είναι αφιερωμένο στη μνήμη των Αλεξάνδρου Παπαδιαμάντη, Κοσμά Πολίτη, Γιάννη Μπεράτη, Γιώργου Κοτζιούλα, και άλλων πολλών –και στα χοντροπάπουτσά τους.

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Το κείμενο κοσμεί το περίφημο ζευγάρι παπουτσιών του Βαν Γκόγκ (1886), με αφορμή το οποίο ο Μ. Χάιντεγγερ έγραψε την Προέλευση του έργου τέχνης (το βιβλίο μετέφρασε στα ελληνικά ο Γιάννης Τζαβάρας).]

Σε λίγο καιρό κοντά σας με νέο ηλεκτρονικό τεύχος στο mag.frear.gr

Mag.frear.gr – Τα ηλεκτρονικά μας τεύχη