Ο Αμπού Χαμέντ είναι ένας κοινός άνθρωπος. Ακόμη και το όνομά του το πήρε από την πόλη όπου κατάγεται. Κανένας δεν σκέφτηκε να τον βαφτίσει κάπως αλλιώς. Αν είχε γεννηθεί στο Κάιρο είναι βέβαιο πως οι φίλοι του θα του φώναζαν κάτω από το παράθυρό του «Κάιρο, κατέβα να παίξουμε μπάλα». Οι γονείς του ήταν πρακτικοί άνθρωποι: εμπορεύονταν φάβα σε όλη την Αίγυπτο – έλειπαν συχνά. Ήταν πλέον έφηβος ο Αμπού όταν αποφάσισε να φύγει από το σπίτι για να μάθει τον κόσμο. Δεν ρώτησε κανέναν, δεν είπε «γεια». Άνοιξε την πόρτα και έφυγε. Η πόρτα έμεινε ανοιχτή –όλοι έλειπαν. Περπάτησε πολύ, σταμάτησε σε πολλά χωριά, τον τάισαν άγνωστοι άνθρωποι κι άλλοι τον εκμεταλλεύτηκαν, σκυλιά τον πήραν από πίσω και φεγγάρια πολλά του έδειξαν το δρόμο τις νύχτες. Όταν νύσταζε κοιμόταν κάτω από δέντρα, σε παχνιά, στην άκρη του ποταμού. Με τον πρώτο ήλιο σηκωνόταν και ξεκινούσε πάλι το δρόμο του. Ποτέ δεν κατάλαβε πώς έφτασε στο Μπιρ Ταουίλ. Άνθρωπος δεν πρέπει να φτάνει σ’ αυτό τον τόπο. Οι ντόπιοι τον λένε «τρίγωνο» κι ας έχει παράπλευρο σχήμα. Οι Αιγύπτιοι και οι Σουδανοί λένε πολλά για το Μπιρ Ταουίλ –κανένας δεν το θέλει αυτό το μέρος. Σύνορα δεν έχει, ούτε σπίτια.
Το πρώτο πράγμα που έκανε ο Αμπού ήταν να αλλάξει το όνομά του. Τώρα τον λένε Μπιρ και έχει μια χώρα μόνος του. Έφτιαξε καλύβι, σύνορα, σημαία· περνάει μια χαρά. Τις Κυριακές μαζεύεται πλήθος από τη μία πλευρά και την άλλη και τον παρακαλούν να το ξανασκεφτεί, να φύγει από εκεί, να γυρίσει στον κόσμο. Μια φορά ήρθαν και οι γονείς τους, είχαν εκεί κοντά να παραδώσουν κάτι εμπορεύματα και βρήκαν ευκαιρία να τον δουν. Όμως ο Μπιρ αγαπάει τον τόπο του, του αρέσουν οι επίπεδες λεπτομέρειές του, τα ελάχιστα αγκάθια που βγαίνουν από το χώμα, η άνοιξη που μοιάζει με χειμώνα και το καλοκαίρι που θυμίζει φθινόπωρο· οι βροχές εδώ περπατούν ανάποδα. Έχει ό,τι χρειάζεται, εκτός από νερό να κολυμπήσει. Είναι σίγουρος πως κάποια στιγμή θα μεγαλώσει μια λίμνη, ένα ποτάμι, μια θάλασσα στη μέση της χώρας και τότε όλα θα αλλάξουν προς το καλύτερο. Θα ανέβει σε μια σχεδία και θα ανοιχτεί στον ωκεανό. Να γνωρίσει τον υπόλοιπο κόσμο.
[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Φωτογραφία: David Alan Harvey.]







