I.
Η Γουαδελούπε Μαρτίνες δεν μετάνιωσε, λένε για τίποτε. Παρέμεινε ατάραχη, ακόμη και όταν οι δικαστές ανακοίνωναν την ποινή. Είχε ακούσει παλιά για εκείνα τα παράξενα λουλούδια που ανθίζουν στα πόδια των κρεμασμένων. Έπειτα φίλησε την πράσινη εικόνα του Αγίου Σεβαστιανού, χαμογέλασε και υποκλίθηκε στους δικαστές. Οι φύλακες θα την πάνε τώρα στα υπόγεια κελιά. Θα παραμείνει εκεί ως την αυγή. Ένας ιερέας θα τη συντροφέψει όλη τη νύχτα. Ο πάτερ Μουρίλιο έχει μεγάλη εμπειρία από τέτοιες ιστορίες. Η Γουαδελούπε που μέσα της σπαράζει αρνείται πεισματικά να προσευχηθεί. Θέλει τη μοναξιά της. Ως το πρωί θα την έχουν κερδίσει για πάντα τα ποιήματα.Η Γουαδελούπε Μαρτίνες είναι μεγαλόσωμη, με μοχθηρά μάτια. Όταν γίνεται παιδί, της αρέσει να διαβάζει ποιήματα. Ξεχνά τα κορίτσια που χαθήκαν εξαιτίας της και χαλάει την ησυχία των διαδρόμων με στίχους από μια παλιά ιστορία αγάπης.
Αυτή την Γουαδελούπε θα την ζωγραφίσουν αργότερα. Θα την φτιάξουν χαράκτες όπως ο Ποσάδα. Ακριβείς και φιλήδονοι δημιουργοί, θα τη χαράξουν παραδομένη εκστατικά στις παρεκκλίσεις, ένα κίνδυνο ακέραιο για όλους τους αυριανούς αιώνες, για το πράγμα εκείνο που ονομάζουν ζωή.
II.
Παρουσιάστηκε ενώπιον του βασιλιά. Την είχαν με το λεπτό χιτώνιο, ήταν λουσμένη και μπορούσε κανείς να πει, αν βεβαίως τίποτε δεν γνώριζε για ’κείνη, πως καταγόταν από τους πολύ σπουδαίους οίκους. Όλα και όλα τα λόγια της εκείνο το απόγευμα ήταν το όνομά της. Με μια υπόκλιση ανέμενε την ετυμηγορία. Εκείνος που είχε το συνήθειο να κάνει δικό του ό,τι θελήσει, την πρόσταξε να γδυθεί. Διέταξε να αφαιρεθούν από το σώμα της όλες οι χάρες, άλλαξε μέχρι και το χρώμα της, κατάργησε τις τεχνοτροπίες της με ένα μνημειώδες διάταγμα.
Ακούσατε ακούσατε την βασιλική επιθυμία. Εκείνη που πιάστηκε να θάβει τον νεκρό αδελφό της, προδότη της σπουδαίας αυτής πολιτείας εφεξής θα καλείται ανθός. Όλα γύρω από εκείνη θα σβήσουν. Χέρια, λαγόνες, χείλη, όλα θα ανακτήσουν το πορφυρό χρώμα ενός κλειστού τριαντάφυλλου.
Έτσι φώναζαν, ώσπου οι κήρυκες χάθηκαν στην άλλη πλευρά του αιώνα.
Όλοι λυπήθηκαν στ’ αλήθεια πολύ εκείνο το πρωινό. Γιατί είναι σκληρό πολύ κανείς να πεθαίνει μες στην ομορφιά.
III.
Τον αγαπούσε τόσο που στεκόταν κάτω απ΄το βλέμμα του όπως κάποιος εμπρός στην χάρη μιας πηγής. Πρόφερε το όνομά του ευλαβικά, γνώριζε όλους τους στίχους του. Ακόμη και εκείνους μιας επανάστασης που θα της στοιχίσει αργότερα την ίδια της τη ζωή. Όταν ο στρατός που καθώς πάντα λέγεται της ανεξαρτησίας αποφάσισε να εκτοπίσει τους αντιπάλους, εκείνη βρέθηκε κοντά του στις συνοριακές γραμμές. Τώρα κοιμάται κάπου στην οδό Θηβών, κάτω από τα στρώματα της πόλης. Μ΄όλα τα φανάρια της αναμμένα και το νυφικό πανί της, κινείται αντίθετα στα ρεύματα, τρελή από τον πόνο, δίχως πια τίποτε να μπορεί να βλάψει τα παιδικά της μάτια
[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Φωτογραφία: David Alan Harvey.]







