frear

Περιστροφές στον αιώνιο κύκλο. Η Άννα Γρίβα για το τελευταίο βιβλίο του Πέτρου Γκολίτση

Πέτρος Γκολίτσης, Η σάρκα των προσωρινών, Γαβριηλίδης, Αθήνα 2015.

«εκεί στεκόμουν και δεν γνώριζα
τη γλώσσα τόσων άστρων
που πεθαίναν»
(«Όταν συλλέξουν τα οστά μου»)

Διαβάζοντας κανείς τον τίτλο της συλλογής του Πέτρου Γκολίτση σκέφτεται ότι ο ποιητής επανέρχεται με αυτό το βιβλίο στην οικεία ανησυχία που χαρακτηρίζει την ποίησή του: στην ανησυχία να κατανοήσει το πέρασμά μας από τη γη, να νοηματοδοτήσει τη φθαρτή σάρκα εντάσσοντάς την σε έναν κόσμο αιωνιότητας, να κατανοήσει τον θάνατο και να επικοινωνήσει με τον κόσμο των νεκρών. Κι όμως η συλλογή αυτή παρουσιάζει ιδιαιτερότητες σε σχέση με την προηγούμενη δουλειά του. Ο ποιητής στη συλλογή αυτή δομεί ένα κείμενο σχεδόν μυστικό, που ορίζουν τρεις άξονες:

α) η γέννηση ως επαναλαμβανόμενη βίαιη κάθοδος ενός άφθαρτου εαυτού στη φθορά της ύλης

β) η ζωή στη διάρκειά της ως μια διαρκής προσπάθεια ανάμνησης των άλλων υπάρξεων και επαφής με τους νεκρούς και

γ) ο θάνατος ως επιστροφή στον προαιώνιο κύκλο που θα αποδεσμεύει για λίγο – χωρίς όμως ποτέ να μας απαλλάσσει – από τα δεσμά την κυκλικής επιστροφής στην ύλη.

Είναι χαρακτηριστικό ότι το βιβλίο ξεκινά με το ποίημα «Ο πάσσαλος», όπου έχουμε μια συμβολική περιγραφή της γέννησης. Η γέννηση έχει βία:

«από τα σκέλη με έσυραν

δίχως ανάσα κοίταζα
έσπαζε πάνω μου το μαύρο φως».

sarka_eksofilo_golitsis_gia_ydriaΗ γέννηση είναι ένας μικρός εφιάλτης, αφού το πρόσωπο του γεννημένου έρχεται καρφωμένο μπροστά του σε έναν πάσσαλο, όπως συμβαίνει συχνά στα όνειρά μας, όπου μπορούμε να δούμε τον εαυτό μας, τα μέλη μας έξω από εμάς, κομμένα και φρικτά. Αυτό είναι η γέννηση; Μια αποκοπή από την αληθινή μας ύπαρξη; Ίσως να είναι η αποκοπή μας από την αιθέρια αιωνιότητα, εκεί όπου η ύλη δεν μας βασανίζει και δεν μας περιορίζει. Άλλωστε και στα επόμενα ποιήματα της πρώτης ενότητας, των «Εισοδίων», κυριαρχούν οι εικόνες που είναι γνωστές και από αρχαίες παραδόσεις –ας θυμηθούμε τον Τίμαιο και τον Φαίδρο του Πλάτωνα– σχετικά με το πέρασμα της ψυχής από την ύλη στα αστέρια και από τα αστέρια στην ύλη:

«Κινήσαμε σαν ίσκιοι γαλανοί πάνω στο χιόνι
……
σαν άστρα λάμπαμε στο καταγάλανο
πλέαμε ζαλισμένοι»
(Σάρκα και γαλάζιοι ίσκιοι)

«Και να, θα πάμε πίσω στα πετρώματά μας
θα πάμε στα σκοτάδια μας, και στα άστρα»
(Ναυμαχία ή αθροίζοντας το DNA)

Οι εικόνες αυτές των αστεριών, που έλκουν όσους πεθαίνουν και στέλνουν πίσω στη σάρκα των προσωρινών όσους γεννιούνται, συνεχίζουν να υπάρχουν σε όλο το βιβλίο, άλλοτε φανερά και άλλοτε πιο υπόγεια. Η πρώτη ενότητα κλείνει με ένα ποίημα όπου γίνεται η πρώτη καθαρή αναφορά στη φύση του θανάτου. Εκεί συναντάμε τη Μήδεια και τη Φόνισσα, των οποίων οι πράξεις εξηγούνται ως μια προσπάθεια σπασίματος της αλυσίδας των διαδοχικών γεννήσεων και θανάτων, μια βίαιη διαφυγή από τη βία του κύκλου. Μα ο φόνος δεν είναι θάνατος κι αυτός; Ο κύκλος δεν θα συνεχιστεί και πάλι; Μήπως μάταια παλεύουν οι άνθρωποι να σπάσουν την κατάρα, αφού ο θάνατος που προκαλούν τη θέση του θα δώσει γρήγορα σε μια άλλη γέννηση, σε ένα καινούριο πέρασμα στη φθορά; Το ερώτημα μένει αναπάντητο, το ποίημα τελειώνει με το παιδί και το εγγόνι να λένε:

«μάνα σ’ αγάπησα γιαγιά
σ’ ευχαριστώ που με τσακίζεις
απ’ τα βράχια».

Μια προσωρινή ανακούφιση λοιπόν είναι ο θάνατος, ένα εν μέρει σπάσιμο της κατάρας, όπως ας πούμε οι απέλπιδες προσπάθειες των ηρώων της αρχαίας τραγωδίας, που φέρνουν την κάθαρση στον θεατή, αλλά για τον οίκο δεν υπάρχει τέλος, παρά μονάχα ένα πρόσκαιρο συνήθως σκέπασμα του κακού, μέχρι να εκραγεί και πάλι στους απογόνους. Κι αν οι απόγονοι έχουν χαθεί, υπάρχουν οι σκιές του Άδη που βασανίζονται αδιάκοπα.

Το θέμα λοιπόν που διαπερνά όλη τη συλλογή είναι ο άνθρωπος ο στοιχειωμένος από τον κύκλο της ύπαρξης, της ατέρμονης εναλλαγής ζωής και θανάτου που διακόπτει τη γαλήνη της αιωνιότητας. Ένα άλλο βασικό θέμα, το οποίο, όπως θα δούμε, συνδέεται με το προηγούμενο, είναι ο τόπος ο στοιχειωμένος από τους θανάτους, από τη μνήμη των θανάτων, από την αιώνια επιστροφή σε αυτόν όλων των προσωρινών. Στην ενότητα «Πόλη κάτω από την πόλη» αυτό το θέμα κυριαρχεί. Η Θεσσαλονίκη είναι ο τόπος, αλλά γι’ αυτόν μπορούν να μιλούν ο Ηράκλειτος, ο Χέλντερλιν, ο Ρίλκε και ο Τσελάν, αλλά και ο Καβάφης. Η πόλη δεν έχει δομηθεί από την επιφάνειά της, αλλά από το βάθος της, από τους κρυμμένους νεκρούς, αυτοί δημιουργούν την πόλη, βάζοντας κι εμάς στη σειρά, στη μελλοντική αλυσίδα των θεμελίων της πόλης. Και η μνήμη της πόλης είναι επίσης μόνο οι νεκροί της. Και οι χρόνοι της πόλης είναι πάντα δύο: στον έναν οι ποιητές ζωντανοί προφητεύουν και στον δεύτερο οι ίδιοι ποιητές νεκροί επιστρέφουν, για να δουν την ολοκλήρωση των προφητειών τους και να πεθάνουν ξανά. Πού η ενότητα του κόσμου λοιπόν; Στον θάνατο;

«Να κάψουμ’
όλες τις πόλεις μας ταυτόχρονα»

γράφει ο ποιητής. Τι περιμένει να λάμψει σε αυτή την καταστροφή; Ό,τι περίμεναν να λάμψει και η Φόνισσα και η Μήδεια. Το σπάσιμο της κατάρας, του κύκλου, της φθοράς. Κι όμως εδώ ο Καβάφης έχει μιαν άλλη εκδοχή για το μάταιο των προσπαθειών μας:

«Καμιά ζωή δεν παίρνεται. Γνώριζε πως ποτέ του
μήτε γεννήθηκε κανείς, μήτε και θα πεθάνει».

Στο τρίτο μέρος της συλλογής («Τα εξ αμάξης») επαναλαμβάνονται τα τρία μοτίβα των προηγουμένων μερών: α) τα αστέρια ως η έδρα των ψυχών από και προς την ύλη β) η πόλη ως μνήμη νεκρών και γ) οι εικόνες-εφιάλτες, σκοτεινές απεικονίσεις της προσπάθειας του ανθρώπου να ξεφύγει από τον περιορισμό της θνητότητάς του. Χαρακτηριστικοί οι στίχοι του ποιήματος «Όταν συλλέξουν τα οστά μου…»:

«Από άστρο σε άστρο θα πατώ
λάμπουν κι ας καταρρέουν»

Τα άστρα λοιπόν είναι φως ζωής, ακόμη κι αν καταρρέουν, κι αν πεθαίνουν δίνοντας τη θέση τους ξανά και ξανά σε ένα φθαρτό σώμα. Αυτή η συνεχής επιστροφή ορίζει και όλη την ύπαρξη της πόλης, αφού ο ποιητής περπατώντας στην πόλη σφυρίζει:

«σκοτάδι
βαρύτητα
και άστρα».

c0ae8f8a-6f24-4fbe-bcba-e729b8348261Παρούσα λοιπόν όλη η διεργασία της ύπαρξης ακόμη και σε απλές ενέργειες μέσα στον χώρο: τη στιγμή εκείνη που ενεργούμε, γύρω μας η βαρύτητα συνωθεί τις ψυχές στον κόσμο και τα άστρα έλκουν όσους πεθαίνουν στα άστρα. Ύστερα, δύο ποιήματα («Το βόδι – δώρο» και «Η Μαριονέτα και το τυχαίο») φέρνουν στον νου μας εικόνες της Αποκάλυψης, της Γυναίκας της Ζάκυθος και της ποίησης του Μίλτου Σαχτούρη, γεμάτες εφιάλτες, παράδοξα και αντιστροφές της φυσικής τάξης. Είναι λοιπόν αυτά τα «εξ αμάξης» ποιήματα, όπως τιτλοφορούνται, τα γεμάτα εικόνες τρόμου, τα ονομαζόμενα με τον τρόπο που οι αρχαίοι Αθηναίοι ονόμαζαν τα άσεμνα αστεία τους, σχετικά με το κωμικό και το εύθυμο; Μάλλον συναντούν τα αρχαία «εξ αμάξης» όχι τόσο στο στοιχείο του κωμικού, όσο στο στοιχείο του αποτρόπαιου, με την έννοια του αποτρεπτικού, αυτού που φέρνει στην επιφάνεια όσα αλλιώς δεν θα λέγονταν, για να τα απομακρύνει ή να τα κάνει λιγότερο τρομακτικά.

Στη συνέχεια η συλλογή περνά σε ποιήματα γραμμένα σε πρόζα (ενότητα «Προορισμός»). Σε αυτά ο ποιητής μάς ρίχνει ακόμη βαθύτερα στο παράδοξο της ύπαρξης. Σε αυτά κανείς δεν ξέρει την ηλικία των προσώπων, το αν είναι ζωντανοί ή νεκροί, τη σχέση τους με τον κόσμο. Παραμύθια στρεβλά, σαν αντικατοπτρισμοί μύθων, σαν αφηγήσεις ενός υποκειμένου διασπασμένου, μέσα σε αντανακλάσεις καθρέφτη. Θα έλεγα ότι αυτή η ενότητα λειτουργεί συνδετικά με τα ποιήματα που ακολουθούν μέχρι το τέλος, όπου ο σκοτεινός τελετουργικός χαρακτήρας όσων περιγράφονται είναι πιο έντονος. Άλλωστε, ο ποιητής στο ποίημα «Πραγματικότητα» δηλώνει την πρόθεσή του να τινάξει στον αέρα την συνεχώς αντιστεκόμενη πραγματικότητα, για να βρει τις ρίζες των φαινομένων. Για τον σκοπό αυτό επιστρατεύει τον προσφιλή στην ποίησή του χειρισμό ιστορικών ή πλαστών προσώπων, που αποκαλύπτουν τους μυστικούς ποταμούς της ζωής και της τέχνης. Έτσι, ο φιλόσοφος δηλώνει τελικά την υποταγή της λογικής του στην τρέλα της ποίησης, ο Καραβάτζο

«στο ένα του χέρι το κεφάλι πάλι στάζοντας
στο άλλο του χέρι το πινέλο
ως η άλλη δυνατότητα»,

ο Λουκάς Σαμαράς γίνεται «καλλιτέχνημα πατέρα», δηλαδή τέχνη μιας απουσίας και ο Ashbery δουλεύει με φόντο τον καβγά του Ραφαήλ με τον Μιχαήλ Άγγελο.

Ο κύκλος σιγά σιγά ολοκληρώνεται. Ο ποιητής κλείνει το πέρασμά του από τα ορατά (ενότητα «Εξόδια» ή «Σαν ξόδι»):

«τίποτα δεν θυμάμαι
από τον θάνατό μου»

γράφει.

«Μπροστάρης ο καθένας μόνος του
βουλιάζει στο όνειρό του
ύλη μέσα στην ύλη που χωνεύεται
και καθρεπτίζει τον εαυτό της».

Βουλιάζουμε όλοι, για να επανέλθουμε, και παρά το βάσανο της επιστροφής υπάρχει πάντα η ζωντανή πηγή της αιωνιότητας, έτοιμη να τη δούμε να περιπλανιέται, σαν τα φαντάσματα των ποιητών, που περπατούν ανάμεσά μας, σαν τον Ανδρέα Κάλβο, που στο τελευταίο ποίημα μας ξεπροβοδίζει «με ένα στεφάνι φως».

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Πίνακας του Max Ernst.]

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly

Twitter

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly