Στους Αγίους Σαράντα είναι γνωστές ως «οι τρεις αδελφές». Τρεις ανύπαντρες αδελφές ελληνικής καταγωγής, που διατήρησαν την ελληνικότητα και την πίστη τους όλες αυτές τς δεκαετίες. «Τι να κάνουμε, πάτερ, πώς μπορούμε να βοηθήσουμε;» ‒ρώτησαν κάποια φορά πριν χρόνια έναν από τους λιγοστούς ιερείς που υπήρχαν στην Αλβανία‒ «για να κρατηθούν τα δικά μας;». «Να προσεύχεστε συνέχεια», τους απάντησε εκείνος.
Κι αυτές το πήραν κυριολεκτικά. Ήταν αρχές της Σαρακοστής και έτσι οργανώθηκαν οι τρεις τους σε βάρδιες ώστε να «προσεύχονται συνέχεια». Είκοσι τέσσερις ώρες την ημέρα η προσευχή συνεχιζόταν μέχρι την Ανάσταση ‒δύο ώρες η μία, δύο ώρες η άλλη, δύο ώρες η Τρίτη και πάλι από την αρχή. Για σαράντα μέρες. Προσεύχονταν να πέσει ο Χότζα, να μπορούν να μιλούν ελληνικά, να ξανδούν τη γη των προγόνων τους, να γίνουν ελεύθερες. Σαράντα ημέρες συνεχούς προσευχής.
Όταν αργότερα μαθεύτηκε αυτή η γλυκιά παρανόηση, οι γυναίκες των Αγίων Σαράντα αποφάσισαν να τη διατηρήσουν ‒έκαναν δηλαδή όλες μαζί μαραθώνιους προσευχής. Ακολουθώντας τον δρόμο που χάραξαν οι τρεις αδελφές…
Πώς να περιγράψεις αυτή την πίστη; Πώς, ακόμα και όταν δεν πιστεύεις, να μην αισθανθείς δέος μπροστά σε αυτή την βαθιά πεποίθηση ότι η έκφραση της πίστης μας, σεμνά, ατομικά αλλά και με πάθος, θα βοηθήσεις τα πράγματα να γίνουν όπως πρέπει;
Σκέφτομαι τις περιγραφές που έχω ακούσει για τις γυναίκες αυτές, που σκέπαζαν με κουβέρτες τα παράθυρά τους για να κάνουν βαπτίσεις και κατέβαιναν στο υπόγειο για να κάνουν υποτυπώδεις λειτουργίες. Ζηλεύω τη βεβαιότητά τους και θαυμάζω το ακλόνητο της πίστης τους. Πιο σημαντική όμως απ’ όλα αισθάνομαι τη σεμνή προσέγγισή τους στον Θεό, την προσωπική τους σχέση μαζί του, την ηχηρότατη σιωπηλή τους έκφραση.
Τα συγκρίνω όλα αυτά με χρυσούς σταυρούς και πετραχήλια, μεγαλοστομίες και καταδίκες, με απόψεις ιερέων για το χρηματιστήριο, για την ιδιωτική οικονομία, για την πολιτική, για όλα. Και μετά τη σύγκριση κι ενώ αναρωτιέμαι ακόμα τι είναι Θεός και εάν υπάρχει, αισθάνομαι ότι εκείνες οι τρεις αδελφές στους Αγίους Σαράντα θα μπορούσαν να μας πουν επ’ αυτού πολύ περισσότερα απ’ ό,τι οι σύγχρονοι ιεράρχες.
[Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Τα Νέα, 4.11.2000. Η φωτογραφία είναι του περίφημου Κώστα Μπαλάφα.]







