frear

Για το βιβλίο της Κάρι Χεστχάμαρ, So long, Marianne – γράφει η Ανθούλα Δανιήλ

Κάρι Χεστχάμαρ, So long, Marianne, μετ. Κρυστάλλη Γλυνιαδάκη, Ποταμός, Αθήνα 2014.

«Όταν έχεις ζήσει στην Ύδρα δεν μπορείς να ζήσεις
πουθενά αλλού πια, ούτε και στην Ύδρα»

So long, Marianne, τίτλος τραγουδιστικός, ανήκει στον πασίγνωστο Λέναρντ Κοέν και αναφέρεται στη σχέση της Μαριάννε μαζί του, μετά στη σχέση της Μαριάννε με τον Άξελ και πριν από τον Σαμ…

Η Μαριάννε πρέπει να είναι μια εντυπωσιακή νεαρή γυναίκα, άνεργη χωρίς ιδιαίτερα προσόντα, που ζει στη Νορβηγία, που πλήττει και ερωτεύεται για να ξεφύγει, χωρίς να ξέρει συγκεκριμένα από τι. Τελικά βρίσκεται ερωτευμένη με τον περίεργων και απρόβλεπτων αντιδράσεων, αντιφατικό και κυκλοθυμικό συγγραφέα, Άξελ. Ο Άξελ την καλεί να φύγει μαζί του στην Ελλάδα κι εκείνη, αν και έχει ενδοιασμούς που οφείλονται σε οικογενειακές αρχές και κανόνες, το αποφασίζει. Μετά από ένα περιπετειώδες ταξίδι με ένα μικρό αυτοκίνητο και αφού διασχίσουν όλη την Ευρώπη, θα φτάσουν στην Ύδρα. Για λίγο καιρό θα ζήσουν καλά, θα κάνουν έναν γιο, μετά ο Άξελ θα ερωτευτεί μια άλλη γυναίκα, εκείνη θα τον εγκαταλείψει, ο Άξελ θα επιστρέψει στη Μαριάννε, για να ξαναερωτευτεί μια άλλη και αργότερα μια άλλη άλλη. Και τότε σκάει στον ορίζοντα ο Λέναρντ Κοέν, ο Καναδός, φιλόσοφος, ποιητής, τραγουδιστής.

Το βιβλίο χωρίζεται σε δύο κύρια μέρη, η Μαριάννε με τον Άξελ και η Μαριάννε με τον Λέναρντ. Τομή ανάμεσά τους η παρουσία του Λέναρντ, αφού άλλωστε αυτός είναι το μέλι της υπόθεσης και άνευ τούτου ουδέν νόημα η συγγραφή δεν θα είχε.

Είναι η εποχή, γύρω στα 1960, που η Ύδρα προσελκύει πολλούς ξένους, κυρίως, μετά το γύρισμα, εκεί, της ταινίας Το παιδί και το δελφίνι που την έκανε διάσημη και άρχισαν να συρρέουν επιφανείς από όλο τον κόσμο, για να ζήσουν στην παρθενικότητα του νησιού τη δική τους ιδιαιτερότητα. Επ’ ευκαιρία θυμίζω και το πολύ ωραίο βιβλίο του Ντάνιελ Κλάιν, Ταξίδια με τον Επίκουρο. Αναζητώντας τη φύση της ευτυχίας μέσα στο ελληνικό φως (Πατάκη, 2014), όπου σε άλλο επίπεδο και με φιλοσοφικά μέσα ο αναγνώστης απογειώνεται.

Η Ύδρα δεν έχει αποκτήσει ακόμα τον νεοπλουτιστικό και τουριστικό χαρακτήρα της και τους επισκέπτες που καταφθάνουν από μόδα. Οι ξένοι που επισκέπτονται την Ύδρα ασχολούνται με τη συγγραφή ή τις Τέχνες και την έχουν επιλέξει για την ησυχία και την ομορφιά της που την κάνει να φαίνεται σαν ένα κομμάτι παραδείσου μακριά από τον πολιτισμένο κόσμο. Έρχονται για περισυλλογή και έμπνευση, επιθυμούν να ζήσουν απλά και φυσικά, χωρίς, βέβαια, να λείπει το αλκοόλ, η μαριχουάνα, οι έρωτες. Σ’ αυτό το μικρό νησί που, στην παραλία του το βράδυ, μετά τις δουλειές μαζεύονται, καπνίζουν και πίνουν οτιδήποτε, η κάθε πράξη είναι σαν να μπαίνει σε μεγεθυντικό φακό. Το φως τα κάνει όλα ορατά σε όλους. Η φράση «Όταν έχεις ζήσει στην Ύδρα δεν μπορείς να ζήσεις πουθενά αλλού πια, ούτε και στην Ύδρα», δείχνει την επίδραση του νησιού στη ζωή των ανθρώπων, κυρίως των «ανήσυχων», καλλιτεχνικά, ξένων, βεβαίως. Οι γηγενείς ζουν μια χαρά.

Ωστόσο, παράλληλα με την προβολή, κατά κάποιον τρόπο, της απλής καθημερινής ζωής στο νησί, των συνηθειών, των εργασιών, του φυσικού τοπίου και των σπιτιών με τις αυλές τους, τους δρόμους, τα βοτσαλωτά και τα ασβεστώματα, δηλαδή, ό,τι με πρώτη ματιά βλέπει κανείς, υπάρχει και μια πολύ βιαστική δεύτερη ματιά στα ήθη και στα έθιμα των Νεοελλήνων. Τούτο συνάγεται από τις μάλλον επιφανειακές διαπιστώσεις της συγγραφέως, όπως η ιδέα της ότι στην Ελλάδα του 1960 τα κορίτσια είναι ομοφυλόφιλα. Την αφορμή παίρνει από το «σεντόνι» που πρέπει να εκτεθεί σε κοινή θέα την πρώτη νύχτα του γάμου, για να επιδειχτεί η παρθενία της νύφης. Οπότε, κατά την συγγραφέα, τα κορίτσια οδεύουν μεν παρθένα προς το γάμο αλλά εφόσον κυκλοφορούν πιασμένα χέρι με χέρι, είναι κατά την άποψή της ομοφυλόφιλα. Σαν να λέει πως υποκαθιστούν τον έναν έρωτα με τον άλλο που θα ακολουθήσει με το γάμο. Βεβαίως της διαφεύγει ότι στην Ελλάδα οι φιλενάδες πιάνονταν χέρι χέρι, αλά μπρατσέτα ή, αλλιώς, αγκαζέ κι έκαναν βόλτες, στο δρόμο ή στην αυλή του σχολείου, καμιά φορά και δεκαπέντε στη σειρά, θυμίζοντας την ουρά των ακροατών του Πρωταγόρα στο σπίτι του Καλλία. Για όποιον δεν το ξέρει, εκεί η ουρά ήταν και σε μήκος και σε πλάτος μεγάλη. Επ’ ευκαιρία αναφέρω το τραγούδι εκείνο του Σαββόπουλου που περιγράφει τα κορίτσια που πάνε δυο δυο γεμάτα από την αμηχανία της ηλικίας τους: «Δυο, δυο, πέρασαν νάτα, δυο κορίτσια/ Όλο ντρέπονται, ντρέπονται όλο τα κορίτσια/ Τα κορίτσια, τα κορίτσια, δύο δύο βιαστικά/στρίβουν από τη γωνία για να μπουν στο σινεμά». Ούτε, βεβαίως, ισχύει το ότι εκείνη την εποχή «για πολλούς Έλληνες νέους η πρώτη τους σεξουαλική επαφή ήταν με άτομα του ίδιου φύλλου». Μπορεί αυτό να ισχύει αλλά για λίγους και όχι για «πολλούς Έλληνες» και, αν ίσχυε, γινόταν τόσο κρυφά, εκείνη την εποχή, που η συγγραφέας δεν θα μπορούσε να το αντιληφθεί.
Όσο για το τι γινόταν στην Αρχαία Ελλάδα, στην οποία αναφέρεται για να τεκμηριώσει το τι γίνεται στην Ελλάδα του 1960, είναι ένα άλλο κεφάλαιο και χρήζει άλλων ερμηνειών. Βεβαίως πράγματι ομοφυλόφιλοι από όλο τον κόσμο κατέφθαναν στην Ύδρα, πράγματι κάπνιζαν χασίς και άλλα ναρκωτικά που έφθαναν απέξω. Το ρεμπέτικο τραγούδι, το οποίο επίσης επικαλείται, δεν συνδέεται καλά και σώνει με το χασίς και είναι πολλοί αυτοί που έχουν ερευνήσει το θέμα και αρνούνται τη σχέση. Όσο για το ρεμπέτικο ο Μάνος Χατζιδάκις, στην ιστορική εκείνη ομιλία του, το παραλληλίζει με την αρχαία τραγωδία, σε ορισμένες περιπτώσεις, μουσικά με τον Μπαχ και στιχουργικά με τον Κορνάρο και τον Λόρκα. Ασχέτως, αν, αργότερα, το αποκήρυξε διότι, όταν έγινε μόδα, έχασε την αυθεντικότητά του.

Εν πάση περιπτώσει, η Μαριάννε θα δοκιμάσει και LSD. Ο Κοέν θα αρχίσει τραγουδιστική καριέρα, η οποία θα τον απομακρύνει, ο δεσμός τους θα χαλαρώσει και η Μαριάννε θα ξαναγυρίσει στη Νορβηγία μόνη με το γιο της. Πάντως της έχει αφιερώσει ένα τραγούδι μακρύ, λυπητερό και απολογητικό, το οποίο ο αναγνώστης εύκολα μπορεί να βρει στο διαδίκτυο, με τον τίτλο που φέρει το βιβλίο. Κάτι σαν το «Μακρύ ζεϊμπέκικο για τον Νίκο» που συνέθεσε Ο Σαββόπουλος για τον Νίκο Κοεμτζή.

Η αφηγήτρια δεν επιδιώκει λογοτεχνικές δάφνες, το όποιο ενδιαφέρον του βιβλίου της το αποκτά από την παρουσία του Κοέν, αλλιώς είναι μια απλή συνηθισμένη ερωτική περιπέτεια, δημοσιογραφικά γραμμένη, ευθύγραμμα στο χρόνο εκτυλιγμένη και τεθλασμένα στο χώρο – Νορβηγία, Ελλάδα (εδώ, εκεί, αλλού), Ύδρα κυρίως, Παρίσι, πίσω στη Νορβηγία, στο Μόντρεαλ και πάλι στην Ύδρα και πάλι στη Νορβηγία. Συμπληρώνεται με επιστολές από την αλληλογραφία της Μαριάννε, leonard-cohenτου Άξελ και του Λέναρντ, φωτογραφικό υλικό, συνέντευξη των ηρώων στην συγγραφέα. Μερικές φορές, ιδίως προς το τέλος το αφήγημα γίνεται τελείως τηλεγραφικό, αναφέροντας επί τροχάδην πράγματα και πρόσωπα, συχνά άσχετα με την υπόθεση ή τουλάχιστον γραμμένα έτσι ώστε να δείχνουν άσχετα. Το 1967 λ.χ. «ένα μάτσο συνταγματάρχες καταλαμβάνουν την εξουσία». Ωστόσο, Το βιβλίο με τον ωραίο τραγουδιστικό τίτλο του, So long, Marianne, και υπότιτλο «μια ιστορία αγάπης» έλκει τον αναγνώστη. Στην πραγματικότητα όμως πρόκειται για μια «ιστορική», έρευνα πάνω σε κάμποσες ιστορίες αγάπης της ηρωίδας που πλέχτηκαν και που όλες «κατέληξαν», σε μια εποχή που οι ψηλόκορμες ξανθές του Βορρά έρχονταν στην Ελλάδα για να επικοινωνήσουν με τους Έλληνες κούρους του βουνού, του κάμπου και της παραλίας που τους είχαν συστήσει οι τουρίστριες του περασμένου καλοκαιριού.

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ.]

so_long_marianne-500x500

Σε λίγο καιρό κοντά σας με νέο ηλεκτρονικό τεύχος στο mag.frear.gr

Mag.frear.gr – Τα ηλεκτρονικά μας τεύχη

%d bloggers like this: