Ρίξε το όπλο σου
και σωριάσου πρηνής
όταν ακούσεις ανθρώπους.
Κώστας Καρυωτάκης
Όταν έγινε γνωστή η σχέση της ξαδέρφης μου με τον Άμπι, από τον Νίγηρα, σήμανε συναγερμός οικογενειακώς. Της την έπεσε όλο το σόι για να χωρίσει, προεξαρχούσης της μάνας της, της κυρίας Ντέπης, που ανέλαβε και αρχηγός της ομάδας καταδίωξης του Άμπι, συνεπικουρούμενη από τον άνδρα της, τον κύριο Χαράλαμπο και την Έφη, τη φίλη της. Δεν χρειάστηκε και μεγάλη προσπάθεια. Χωρίς πολλά-πολλά, πέτυχαν σύντομα την απέλαση του Άμπι και μετά ησύχασαν.
Πέρασε καιρός και το γεγονός φαινόταν να έχει ξεχαστεί. Μια Κυριακή μεσημέρι , την ώρα που τρώγαμε όλοι μαζί στιφάδο, στο σπίτι της θείας μου της Ντέπης, (έναν πελώριο λαγό που είχε χτυπήσει ο θείος μου ο Μπάμπης, στα στενά, λίγο πιο κάτω από την οδό Αθηνάς) ξαφνικά, ο μικρός εγγονός της κυρίας Έφης φώναξε θριαμβευτικά: Ξέρω τι έγινε ο Άμπι!
Μείναμε όλοι κόκαλο.
Τι είναι γλυκό μου; τον ρώτησε φανερά ταραγμένη η κυρία Έφη, γιατί δεν τρως το φαγητό σου;
Τον έφαγε η σκύλα, είπε ο μικρός και κοίταξε προς το μέρος της κυρίας Ντέπης.
Όσοι από τους παραβρισκόμενους γνωρίζαμε τι είχε συμβεί, παγώσαμε.
Τι είναι αυτά που λες Μιχαλάκη; τον μάλωσε η γιαγιά του.
Τον έφαγε η σκύλα, επέμεινε ο μικρός και πλησίασε αργά-αργά την κυρία Ντέπη, που καθόταν στην άκρη του τραπεζιού, αρκετά ανήσυχη, ενώ δίπλα της, στεκόταν πειθήνια, μια τεράστια, γριά, τεμπέλα πια, θηλυκιά Δαλματίας.
Να, αυτή τον έφαγε! ούρλιαξε ο μικρός, γι’ αυτό έχει αυτά τα μεγάλα μαύρα σημάδια στο δέρμα της κι έδειξε τη σκύλα.
Τα σκυλιά τρώνε μόνο τους κακούς ανθρώπους μωρό μου, είπε η Έφη, αφήνοντας ένα αναστεναγμό ανακούφισης.
Ο Άμπι ήταν κακός; ρώτησε ο μικρός.
Άντε, πήγαινε να φας Μιχαλάκη, τον προέτρεψε η κυρία Ντέπη ναζιάρικα, έτσι είναι αγάπη μου τα Δαλματίας, από μικρά έχουν μαύρες βούλες στο δέρμα τους και λέγοντας αυτά, ακούμπησε τα δυο μπροστινά της πόδια στο τραπέζι για να συνεχίσει το γεύμα της.
[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Φωτογραφία: Erik Calonius.]







