frear

Όνειρο σερβικής νυκτός – της Βίκυς Βασιλάτου

Η ελευθερία, η απόλυτη ελευθερία, είναι ένα όνειρο, όνειρο καταδικασμένο να μη γίνει ποτέ πραγματικότητα, αλλά αλίμονο σ’ εκείνον που ποτέ του δεν το ονειρεύτηκε.

portraitΣτρέφω το κεφάλι προς τον απόκοσμο ήχο της ανδρικής φωνής. Δεν τολμώ να πιστέψω πως ο κομψός ηλικιωμένος, με το φουλάρι και τον κοκάλινο μαύρο σκελετό, είναι εκείνος που υποψιάζομαι. Μόλις μία ανάσα μακριά μου, στέκει μια ξερακιανή γυναίκα, που ισιώνει μια μαύρη ζακέτα και μια ασυνήθιστα μακριά φούστα. Διακρίνει το σάστισμά μου. Να σας συστήσω τον Ivo Andrić, μου ψιθυρίζει. Στο κιτρινωπό, αυλακωμένο από ρυτίδες πρόσωπό της, αναγνωρίζω τη Δεσποινίδα(*), στα υπόκωφα λόγια της, την επιβεβαίωση της υποψίας μου.

Το δέος μου απέναντι στον σπουδαίο συγγραφέα, μ’ έχει καθυποτάξει· αδυνατώ να τείνω το χέρι, ν’ αρθρώσω τ’ όνομά μου ή, έστω, την παραμικρή λέξη. Στην προσπάθειά μου ν’ ανασυνταχθώ, σηκώνω το χαμηλωμένο μου βλέμμα και, μ’ ένα υπομειδίαμα να διαγράφεται στα χείλη του, τον ακούω να μου λέει: Καθένας αφηγείται την ιστορία του σύμφωνα με τις εσωτερικές του ανάγκες, κατά τις αντιλήψεις και τις κλίσεις του, έμφυτες ή επίκτητες, και την εκφραστική δύναμη που διαθέτει. Ο καθένας έχει την ηθική ευθύνη για την ιστορία που αφηγείται και θα πρέπει ν’ αφήνεται να μιλήσει ελεύθερα.

Η επωδός του περί ελευθερίας, ήρθε σιγά-σιγά να μ’ αποδεσμεύσει από τη σιωπή μου, κι ενόσω απολογούμαι γι’ αυτή, μου αντιτείνει: Όποιος κατόρθωσε να ξεπεράσει τη σιωπή και να την πει με τ’ όνομά της, αυτός έφτασε στο ψηλότερο σημείο στο οποίο μπορεί να φτάσει θνητός. Όποιος κατόρθωσε να ζεστάνει και να ζωντανέψει τη σιωπή της μοναξιάς, αυτός κέρδισε τον κόσμο.

Ίσως να κέρδισε τον κόσμο, η σιωπή της μοναξιάς, όμως, είναι αβάσταχτη… (Μ’ ακούω να ψελλίζω.)
Στην πραγματικότητα και ο κόσμος και η ζωή δημιουργούνται σε γόνιμες στιγμές, όταν ο άνθρωπος μείνει μόνος, ήρεμος και απαρατήρητος, με τα χαρτιά και το ταλέντο του, να βλέπει και ν’ ακούει, απομονωμένος και βουβός, να ορίζει και να τακτοποιεί, αδύναμος, αναχωρητής, φτωχός και ταπεινός. /// Μέχρι και οι λέξεις είναι αρκετά «εύγλωττες», όσο είναι απομονωμένες, αθώες και δεν είναι σε χρήση. Αν τώρα βρίσκονται σε σειρά και η πρώτη ή η δεύτερη απ’ αυτές αστοχήσει, η τρίτη έρχεται να μιλήσει και για τις άλλες δύο και μάλιστα πολύ πιο «εύγλωττα». Είναι δεμένες μεταξύ τους σ’ ένα μαγικό χορό τον οποίο διατρέχει ο ρυθμός του συνόλου. Αν κάποια από τις λέξεις βρεθεί αδύναμη, αδέξια ή κουρασμένη, οι υπόλοιπες την τραβούν έτσι που η υστέρησή της δεν γίνεται αντιληπτή κι ο χορός προχωράει χωρίς προβλήματα.

Υπό τον ήχο ποιας μελωδίας προχωρά ένας χορός λέξεων;
Συμβαίνει, καμιά φορά, περιγράφοντας κάτι, ν’ ακούω μέσα μου μια πρόταση που μοιάζει με γοητευτική μελωδία και η οποία δεν έχει και πολλή σχέση μ’ αυτά που γράφω αλλά με ακολουθεί επίμονα και δεν μπορώ (ούτε θέλω) ν’ απαλλαγώ απ’ αυτήν. Στο τέλος υποχωρώ και τη βάζω στο κέντρο του κειμένου που γράφω, έτσι, στην τύχη, χωρίς κάποιο λόγο, για το καλό της ψυχής και την ευχαρίστησή μου. /// Είναι πιο δύσκολα, πάντως, τα πράγματα όταν πρέπει να μιλήσει κανείς με λέξεις για τις ίδιες τις λέξεις και για τη χρήση τους στην αφήγηση. Τότε μονομιάς βουβαίνονται, παγώνουν και μένουν σαν τις άψυχες πέτρες, λες και ποτέ τους δεν μίλησαν κι ούτε τραγούδησαν και χόρεψαν. Όταν ο λόγος είναι για τις λέξεις, αυτές σιωπούν, ενώ για όλα τα ανθρώπινα πράγματα και φαινόμενα ξέρουν κάτι να πουν, πότε λιγότερα, πότε περισσότερα. Ακόμα και με τη σιωπή τους.serv

Λέξεις μελωδικές μέσα στη σιωπή τους: αυτό σημαίνει γραφή;
Οι πιο ακριβείς και οι πιο πνευματώδεις λέξεις δεν ακούγονται ανάμεσα στον κόσμο, αλλά μέσα στην ησυχία μπροστά σε μια διψασμένη κόλλα χαρτιού. Τις πιο ωραίες μορφές και τα ομορφότερα μέρη δεν τα είδε κανείς την ώρα που βρισκόταν μπροστά σε πολλούς αλλά όταν ήταν μόνος του, σε κλειστό ορίζοντα, δίχως θέα και φως. /// Γραφή σημαίνει να βασανίσετε την κάθε πρόταση δεκάδες φορές, να σταθείτε μπροστά στην κάθε λέξη και να την πιέσετε μ’ όλο σας το βάρος, να μετρήσετε την «αντοχή» της, αφού από αυτές τις εύθραυστες λέξεις και τις αδύναμες προτάσεις θα πρέπει να χτιστεί γέφυρα, η οποία θα μεταφέρει τον αναγνώστη, ανώδυνα και δίχως να το αντιλαμβάνεται, πάνω από την άβυσσο του άσχετου και του ανύπαρκτου στον πραγματικό κόσμο της ζωής που εκείνοι κατόρθωσαν να παρουσιάσουν σ’ αυτόν και σ’ όλους τους άλλους ανθρώπους. /// Γιατί ο συγγραφέας και το έργο του δεν χρησιμεύουν σε τίποτε αν, με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, δεν υπηρετούν τον άνθρωπο και τον ανθρωπισμό.

Τι αποκομίζει ο άνθρωπος από έναν συγγραφέα και το έργο του;
Θα μπορούσα, ίσως, να το εξηγήσω παρά μόνον θέτοντας -με τη σειρά μου- κάποια βασικά ερωτήματα: Μήπως, ο παραμυθάς, θα πρέπει με το έργο του να βοηθάει τον άνθρωπο να κρατηθεί και να τα καταφέρει; Ή, μήπως, κλήθηκε να μιλήσει στο όνομα όλων εκείνων που δεν γνώριζαν τον τρόπο, τσακισμένοι πρόωρα από τη ζωή-δήμιο και δεν πρόφτασαν να εκφραστούν; Ή, πάλι, ο αφηγητής λέει την ιστορία του μόνο στον εαυτό του, σαν το παιδάκι που τραγουδάει στο σκοτάδι για να ξεγελάσει τους φόβους του; Ίσως σκοπός αυτών των διηγήσεων είναι να ρίξουν έστω και λίγο φως στους σκοτεινούς δρόμους όπου πολύ συχνά μας ρίχνει η ζωή και γι’ αυτή τη ζωή, την οποία ζούμε, αλλά πολλές φορές δεν την βλέπουμε και δεν την καταλαβαίνουμε, να μας πει κάτι περισσότερο απ’ όσα εμείς αδυνατούμε να μάθουμε ή να κατανοήσουμε. /// Η τέχνη μοιάζει με τη ζωή κατά τούτο: φαίνεται σαν παιχνίδι ενώ στην πραγματικότητα παραείναι σοβαρή υπόθεση. Κι όσο περισσότερο μοιάζει με παιχνίδι τόσο σοβαρότερη είναι. /// Για κάθε βιβλίο που αποτελεί ένα σημαντικό έργο τέχνης θα μπορούσε να γραφεί: «Κλεμμένο από τη ζωή, τη δική μου και τη δική σας».

Και τι θα μπορούσε να γραφεί για έναν «κλέφτη» δημιουργό;
Δημιουργός! Λέξη βαριά, αστόχαστη, μοιραία πολλές φορές, που γίνεται ακόμα βαρύτερη όταν ο ίδιος ο συγγραφέας πιστέψει σε κάτι τέτοιο κι αισθανθεί πραγματικά δημιουργός, ένα πλάσμα, δηλαδή, πάνω από τους ανθρώπους κι έξω από τις ηθικές τους αξίες, στο οποίο έχει ανατεθεί να παρακολουθεί κατ’ αποκλειστικότητα και να περιγράφει αυτούς τους ανθρώπους και τους κανόνες της ζωής τους. Αυτό είναι η αρχή ενός δημιουργικού παραλογισμού, ένα είδος «νερωνισμού», σύμπτωμα βέβαιης έκπτωσης και καταστροφής.

(Μ’ ακούω ν’ ανασκευάζω, με άκρατη συστολή, την ερώτηση:)
Τι θα μπορούσε, τότε, να ειπωθεί για τους σπουδαίους συγγραφείς;
Από εκείνο που δεν υπήρξε κι από αυτό που ποτέ δεν θα υπάρξει, οι τεχνίτες συγγραφείς συνθέτουν τις πιο όμορφες ιστορίες γι’ αυτό που υπάρχει.

Και για εσάς, τι θα λέγατε για εσάς;
Όταν ήμουν παιδί και νεαρός, αισθανόμουν μεγάλη ανάγκη να μιλώ πολύ για τον εαυτό μου. Κανένας δεν ήθελε να με ακούσει. Κι αυτό με βασάνιζε. Τώρα που πέρασαν τα χρόνια όλοι μού ζητούν να τους μιλήσω για τον εαυτό μου. Κι εγώ δεν μπορώ να πω ούτε μία λέξη. Κι αυτό πάλι με βασανίζει.

Μιλήστε μου, έστω, για κάτι που σας συντάραξε ενόσω γράφατε μια ιστορία.
Σε μια στιγμή, την ώρα που δοκίμαζα να περιγράψω παράξενα και ανομολόγητα παθήματα προσώπου σ’ ένα διήγημά μου, πέρασε από το νου μου, στην αρχή αχνά και φευγαλέα κι έπειτα μ’ όλη τη δύναμη και την καθαρότητά της, η ιδέα πως όλα όσα περιέγραφα θα μπορούσαν να ήταν παθήματα ενός αληθινού, ζωντανού ανθρώπου ο οποίος μπορούσε να ’ρθει να σταθεί μπροστά μου και να ζητήσει εξηγήσεις, έτοιμος να καβγαδίσει μαζί μου. Με τη σκέψη αυτή μια ανατριχίλα διαπέρασε το σώμα μου, από τα δάχτυλα των ποδιών ως την κορυφή της κεφαλής μου κι άρχισε μέσα μου το θανατηφόρο κατρακύλισμα σαν τον υπνοβάτη που τον ξυπνούν απότομα.

Ίσως εξίσου απότομο με το δικό μου ξύπνημα όταν ήρθε η ανατολή του ήλιου. Το κατρακύλισμά μου προς τη δύση της απροσδόκητης τούτης συνάντησης με τον Ivo Andrić, μου άφησε μια γλυκιά πικρία γιατί δεν ήταν παρά ένα όνειρο. Όνειρο καταδικασμένο να μη γίνει ποτέ πραγματικότητα, αλλά αλίμονο σ’ εμένα αν ποτέ μου δεν το ονειρευόμουν.

Υ.Γ.: Τα λόγια του Ivo Andrić που μόλις «ακούστηκαν», έχουν επιλεγεί και ενωθεί εν είδει παζλ υπ’ ευθύνη μου από το βιβλίο του, Τα σημάδια – Νουβέλες και Διηγήματα – Λόγοι και Δοκίμια (Καστανιώτης, 2014), προς όφελος της πλασματικής συνάντησης.books

(*)
Η περιγραφή της Δεσποινίδας πηγάζει από τη Δεσποινίδα του Ivo Andrić. Ένα μυθιστόρημα που, όπως και τα υπόλοιπα έργα του, κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Καστανιώτη, σε μετάφραση, από τα σερβοκροάτικα, του Χρήστου Γκούβη.

Σε λίγο καιρό κοντά σας με νέο ηλεκτρονικό τεύχος στο mag.frear.gr

Mag.frear.gr – Τα ηλεκτρονικά μας τεύχη