Αν η λογοτεχνία έχει ανάγκην από μεταφραστή για να επικοινωνήσει με ξένες διάνοιες, οι πλαστικές τέχνες αντίθετα, έχουν το πλεονέκτημα ότι δεν χρειάζονται κανέναν μεσάζοντα. Κομίζουν το μήνυμά τους παντού και πάντοτε και μιλούν απ’ ευθείας σε μια γλώσσα νοητή από τις πιο διαφορετικές φυλές. Γι’ αυτό βλέπουμε σήμερα στους δρόμους ότι οι διαφημίσεις διαφόρων προϊόντων προτιμούν να μεταχειρίζονται ως μέσον υποβολής την εικόνα πού εντυπώνεται με μεγάλη δύναμη στες αισθήσεις μας, παρά τη γραφή πού εκείνη απευθύνεται κυρίως στη λογική μας. Και στις πλαστικές τέχνες πόσους θησαυρούς δεν έχει να επιδείξει η Ελλάς πού μαρτυρούν την αδιάσπαστη συνέχεια τού πολιτισμού της. Από την άλλη μεριά λόγω του όγκου των, η μεταφορά των έργων τέχνης από χώρα σε χώρα είναι πολύ δυσκολώτερη, καί η οργάνωσις εκθέσεων προϋποθέτει πολύ περισσότερο χρόνο. Εδώ χρειαζόταν ένα πρόγραμμα. Μαζύ μέ τά δύο άλλα καλλιτεχνικά μέλη του Γνωμοδοτικού Συμβουλίου πού ανέφερα, εκάναμε τότε συγκεκριμένες προτάσεις οι οποίες υπάρχουν ακόμα στο αρχείον. Μία απ’ αυτές ήταν η οργάνωσις μεγάλης εκθέσεως Βυζαντινής Τέχνης. Η εκλογή αυτή εύκολα εξηγείται.
Πρώτον, διότι δεν υπήρχε η δυνατότης από μέρους μας εκθέσεως αρχαίας τέχνης. (Είναι επικίνδυνο να μεταφερθούν αρχαία αγάλματα).
Δεύτερον, μία έκθεσις αρχαίας μόνο τέχνης είναι περιττή. Τα ξένα Μουσεία έχουν άπειρα αρχαία έργα και ο καθένας τα ξέρει.
Τρίτον. Η αρχαία τέχνη είναι πολύ μακρυά μας, χρονικά. Απεναντίας η Βυζαντινή τέχνη είναι εκείνη πού μας συνδέει μέσα στο χρόνο με την αρχαία από τη μια μεριά και με τη σύγχρονη από την άλλη, γιατί η Βυζαντινή και μεταβυζαντινή παράδοσις εξακολουθεί να ζει ως τον 19ον αιώνα και ακόμα και σήμερα στους αγιογράφους και στη λαϊκή τέχνη, ίσως δε και στη συνείδησι μερικών σύγχρονων καλλιτεχνών. Είναι λοιπόν ο κύριος συνδετικός κρίκος της Ελληνικής τέχνης. Συγχρόνως αποτελεί την καθαυτό μεσαιωνική μας τέχνη. Στα πρωτοχριστιανικά έργα η ελληνιστική παράδοσι είναι καταφανής και αναμφισβήτητη. Είναι λοιπόν γνήσια Ελληνική τέχνη.
Τέταρτον. […]
[Απόσπασμα από αθησαύριστο και κατά πάσα πιθανότητα αδημοσίευτο κείμενο του Νίκου Χατζηκυριάκου-Γκίκα που δημοσιεύεται στο νέο τεύχος (12-13) του περιοδικού Φρέαρ. Υπενθυμίζουμε ότι η ύλη του περιοδικού είναι εντελώς άλλη από την ύλη που δημοσιεύεται καθημερινά στην ιστοσελίδα μας.]








