frear

Ο Ροβεσπιέρος πήρε στα χέρια του το κομμένο του κεφάλι – της Ανθούλας Δανιήλ

Λίγες μέρες πριν, χωρίς συγκεκριμένη αιτία, είδα την ταινία του Robert Enrico, La Révolution Française, ταινία του 1989 που έγινε με αφορμή τα 200 χρόνια από τη Γαλλική Επανάσταση. Ο τίτλος λιτός, δωρικός και σαφής, ο χρόνος που είδα την ταινία παράταιρος, είκοσι έξι χρόνια μετά, αλλά πώς μπορεί κανείς να εξηγήσει τις περίεργες εκείνες παρορμήσεις; Εξήγηση δεν υπάρχει. Η ταινία μου άρεσε πιο πολύ από όσες άλλες έχω δει με το ίδιο θέμα. Η εξιστόρηση των γεγονότων, η ερμηνεία, οι χαρακτήρες, το αίμα που χύθηκε. Εδώ το ρήμα «άρεσε» δεν ταιριάζει. Χωρίς υπερβολή, λοιπόν, θα πω: με καθήλωσε, με συγκλόνισε. Σε κάθε σκηνή της ταινίας πρωταγωνιστεί η λαιμητόμος, la grande cabriole. Στην τελευταία σκηνή καρατομούνται ο Σαιν Ζυστ και ο Ροβεσπιέρος. Ο λαός από κάτω ουρλιάζει εναντίον τους. Ο Σαιν Ζυστ, ο Αρχάγγελος του θανάτου, ανεβαίνει στο ικρίωμα, μάλλον θυμωμένος, επειδή δεν πρόλαβε να τους καρατομήσει όλους ή σαστισμένος, σαν μην έχει καταλάβει το κακό που έκανε. Και ο Ροβεσπιέρος, ο «Αδιάφθορος», σαν σε παραίσθηση, επειδή είναι βαριά πληγωμένος, οδηγείται σερνάμενος και τα ουρλιαχτά του λαού τα εκλαμβάνει για επευφημίες. Και τα απειλητικά υψωμένα χέρια νομίζει πως κρατούν λουλούδια.

ob_d6340d89b2bc530832fd3de2294347d4_la-revolution-francaise

Λίγες μέρες μετά, ήρθαν τα γεγονότα, στο Παρίσι με το νέο αιματοκύλισμα. Το αίμα επί της οθόνης του κινηματογραφικού φακού που με απασχολούσε, αν ωφέλησε σε κάτι, έγινε είδηση επί της οθόνης της τηλεοράσεως. Σαν να ζωντάνεψε η παλιά τρομοκρατία και μαζί με τη νέα απειλούν το μέλλον της ευημερούσας Ευρώπης που απολαμβάνει εκ του ασφαλούς τα αποικιακά της αγαθά. Λες και βρυκολάκιασε ο Ροβεσπιέρος, πήρε στα χέρια του το κομμένο του κεφάλι και όρμησε πάλι στο Παρίσι, να συνεχίσει ό,τι δεν πρόλαβε. Όμως, μήπως σταμάτησε ποτέ να σπαταλιέται το αίμα της Γαλλίας και του κόσμου; Οι ιδέες θέλουν πολύ αίμα για να ζήσουν και οι «τρελοί του κόσμου» που «στρατήγεψαν», σαν τους παλιούς γιατρούς επιβάλλουν αφαίμαξη στους ασθενείς τους• να βγει το κακό αίμα. Για το «κακό αίμα» ο Αρθούρος Ρεμπώ έγραφε: «ma race ne se souleva jamais que pour piller». («Η ράτσα μου δεν εξεγέρθηκε παρά για να λεηλατήσει», Μια Εποχή στην Κόλαση, μετ. Νίκος Σπάνιας). Οι Ευρωπαίοι αποικιοκράτες λεηλάτησαν και έβαψαν με αίμα όλες τις περιοχές του χάρτη που προσάρτησαν στη δικαιοδοσία της. Η Ιστορία καταγράφει συνοπτικά τα εγκλήματα. Ο κινηματογράφος τα καταγράφει ρεαλιστικά και ποιητικά συγχρόνως. Ποιος μπορεί να ξεχάσει την ταινία The Mission (Η Αποστολή), όπου κυνικά η Εκκλησία σφάζει τους ιθαγενείς που ζουν ψηλά, πάνω στα βουνά τους και μακριά από τον κόσμο και γι’ αυτό κοντά στο Θεό, έχουν γίνει χριστιανοί άλλωστε (!), χωρίς αυτό να τους ωφελήσει σε τίποτα. Οι Κονκισταδόρες, και εδώ πρέπει να ήταν οι Ολλανδοί, «ράτσα» αιμοβόρα, και τότε και πάντα και τώρα, που πέρασαν από το μαχαίρι τους παπάδες, γυναίκες και παιδιά που έψελναν με σταυρούς και εξαπτέρυγα στα χέρια.

Η Ευρώπη, δυστυχώς έχει ασελγήσει πάνω στον Τρίτο Κόσμο που τώρα την απειλεί, μας απειλεί. Είναι εκείνος ο κόσμος που επιλέγει πλέον ποιο είναι το «κακό αίμα» που πρέπει να χυθεί. Είναι εκείνοι οι απελπισμένοι που χύνουν και το δικό τους, προκειμένου να τιμωρήσουν τους αδικητές τους, έχοντας και αυτοί την παραίσθηση του Ροβεσπιέρου ή νομίζοντας πως έτσι κάνουν το χρέος τους απέναντι στην ιδεολογία τους. Στίφη ξεριζωμένων ανθρώπων σέρνουν στη χώρα μας τα εξαθλιωμένα θαλασσοδαρμένα σώματά τους και στα τραγουδισμένα νερά του Αιγαίου μας τα πτώματά τους; Και το κακό συνεχίζεται. Και η «κρύα εκδίκηση» που επιβάλλουν αυτοί οι «αποφασισμένοι» είναι απειλή για τη συνέχιση της ζωής. Όλη η λάμψη με την οποία γαλουχηθήκαμε και μεγαλώσαμε και μορφωθήκαμε, όσο ο καθένας μπόρεσε, και θαυμάσαμε και διαβάσαμε, σκοτεινιάζει. Η Γαλλία, η χώρα του πολιτισμού, που όλοι έχουμε αγαπήσει και όλοι επιθυμήσαμε να επισκεφτούμε, χτυπήθηκε και μαζί της χτυπήθηκε η καρδιά μας. Η νιότη μας, οι σπουδές μας. Δεν είναι μόνο το Παρίσι που πονάει και πενθεί αυτή τη στιγμή αλλά όλος ο κόσμος. Το Παρίσι της Γαλλίας είναι και δικό μας Παρίσι.

Ο Θεός, στου οποίου το όνομα και το μεγαλείο έχουν χτίσει τους αλαζονικούς ναούς, τις «υπέρογκες αρχιτεκτονικές» τους, με τα χρωματιστά βιτρώ και τα μεγαλοπρεπή γλυπτά, για να υμνολογούν τη Δόξα Του, να βάλει το χέρι Του γιατί το αίμα που χύνεται φέρνει κι άλλο αίμα: «Το αίμα, το αίμα ένα πρωί θα σηκωθεί σαν τον αϊ-Γιώργη τον καβαλάρη για να καρφώσει με το κοντάρι πάνω στο χώμα το δράκοντα», γράφει ο Γιώργος Σεφέρης στη «Μορφή της Μοίρας», τη 1η του Οκτώβρη ’41. Και το πρόβλημα είναι πού έχει στηθεί ο φακός που δείχνει ποιος είναι ο καβαλάρης και ποιος ο δράκοντας.

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Στη φωτογραφία επάνω: η Françoise Hardy από τον Jean-Marie Périer, 1960.]

Σε λίγο καιρό κοντά σας με νέο ηλεκτρονικό τεύχος στο mag.frear.gr

Mag.frear.gr – Τα ηλεκτρονικά μας τεύχη