Για τους ανθρώπους που σου γυρνούν την πλάτη.
(Ανάγνωση του ποιήματος «Αντίτιμο» του Μιχάλη Γκανά)
Όχι γι’ αυτούς που δηλώνουν ξεκάθαρα κι εξ αρχής αδιάφοροι. Αυτοί τουλάχιστον δεν μπορούν να κατηγορηθούν για ανειλικρίνεια. Μιλώ για εκείνους που νόμιζες ότι μπορείς να βασιστείς επάνω τους. Που συστήθηκαν ως φίλοι. Που έδειξαν τελικά πόσο ανεπαρκείς είναι, όταν τους χρειάστηκες. Και για να καλύψουν την ντροπή τους -ξέρουν, άλλωστε, πόσο κατώτεροι των περιστάσεων αποδείχθηκαν- ξεπέφτουν σε κάτι «χρόνια πολλά» μια φορά τον χρόνο και «τι νέα;» κάθε έξι μήνες και «τι άλλα;», όταν σωπαίνεις.
Και τι να τους πεις, δηλαδή; Ότι μόνος πάλεψες, γονάτισες και χάθηκες; Ότι στο τέλος μόνος στάθηκες στα πόδια σου κι υψώθηκες κι ανάλαφρος πηγαίνεις; Ανάλαφρος, όχι γιατί τα βάρη έφυγαν, αλλά γιατί έμαθες να τα κουβαλάς Μ ό ν ο ς. Και μασάς τα λόγια σου, απαντάς «ευχαριστώ», «εσείς τι κάνετε;», «τα λέμε». Να μην τους πικράνω, λες. Κι όσο δεν μιλάς, τόσο πικραίνεσαι. Μασάς τα λόγια σου, κι είναι σα να μασάς τον εαυτό σου. Πας να τους πεις τον πόνο σου, και ξέρεις κιόλας ότι τον καιρό σου χάνεις.
Μόνο το φίδι ξέρει τι θα πει
ν’ αλλάζεις το πετσί σου.
Γι’ αυτό του περισσεύει το φαρμάκι.
[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Σχέδιο: William Kentridge.]







