frear

Για την Ωδή στον Sergio Leone του Πάτροκλου Λεβεντόπουλου – της Ανθούλας Δανιήλ

Πάτρoκλος Λεβεντόπουλος, Ωδή στον Sergio Leone, Γαβριηλίδης, Αθήνα 2013.

Με το μότο «Το βιβλίο αυτό αφιερώνεται στους αξέχαστους ηθοποιούς Gian Maria Volonte και Lee Van Cleef», ο Πάτροκλος Λεβεντόπουλος κάνει εισαγωγή. Μπαίνει στη συλλογή μ’ εκείνο το χαρακτηριστικό σφύριγμα του Έννιο Μορικόνε και το συνοδευτικό «Έι Χο», που σε ταξιδεύει αμέσως στις ταινίες.

Αν, δηλαδή, σου αρέσει το σινεμά και μάλιστα το γουέστερν, αν θυμάσαι τις αξέχαστες εκείνες εικόνες με τον ωραίο Κλιντ Ίστγουντ που κάθεται στο έδαφος, με την πλάτη στον τοίχο, φορώντας το πόντσο, να σηκώνει το κεφάλι του αργά-αργά και να μας αποκαλύπτει κάτω από το πλατύγυρο καπέλο το τέλειο πρόσωπό του, χωρίς να μας λέει ποτέ το όνομά του – Il mio nome é Nesuno, αν θυμάσαι τον Λη Βαν Κληφ να ανάβει το σπίρτο του στην πλάτη του «αντιπαθητικού» Κλάους Κίνσκι, αν θυμάσαι το νιόπαντρο ζευγάρι, που επεξεργάζεται ένα χρυσό ρολόι με τη φωτογραφία της κοπέλας στο καπάκι, την ώρα που εισβάλλει στην κρεβατοκάμαρα ο «κακός» Τζιαν Μαρία Βολοντέ, σκοτώνει τον νεαρό σύζυγο, βιάζει την σύζυγο κι εκείνη τραβάει το πιστόλι και αυτοκτονεί πάνω στη «δράση», αν θυμάσαι αυτές τις τρεις σκηνές. Θυμάσαι τα πάντα.

Ο Πάτροκλος, με το εμβληματικό ομηρικό όνομα, δεν είναι «Nesuno» – «Κανένας». Είναι ο συμπρωταγωνιστής του Λη Βαν Κληφ, του Βολοντέ και συσκηνοθέτης του Λεόνε. Είναι ο αφηγητής του έπους του Φαρ Ουέστ, ο θαυμαστής της ηρωικής εποχής του Γουέστερν σπαγγέτι, κατά την οποία ο καλός «Κανένας» απένεμε δικαιοσύνη, μιλώντας, στην ίδια πάντα συναισθηματική κλίμακα- αργά, περπατώντας αργά, αντιδρώντας γρήγορα, με ένα πούρο στο στόμα και ένα πιστόλι στο χέρι, να έρχεται στη σκηνή ή να αποχωρεί στο άλογο καβάλα, αγέρωχος.

Ο Πάτροκλος, λοιπόν, περνάει την εφηβεία του, μεγαλώνει και ανδρώνεται μέσα στο σινεμά. Μέσα στις αλάνες και τα βραχώδη τοπία του Φαρ Ουέστ, περιπλανώμενος από κινηματογράφο σε κινηματογράφο, μπαίνοντας στη θέση των κινηματογραφικών του μύθων. Καβάλα στο δικό του άλογο, το όνειρο, που γινόταν για ένα δίωρο πραγματικότητα, στην ουτοπία της κινηματογραφικής αίθουσας, όπου μπορούσε να δικαιωθεί για τις εφηβικές του αταξίες και τα σκασιαρχεία (βλ. και Τορνατόρε, Σινεμά ο Παράδεισος). Η αφιέρωση του βιβλίου του στους δύο πιο αγαπημένους του, δείχνει και το βαθμό του θαυμασμού του. Και για τον Λη Βαν Κληφ δεν έχω σχόλιο αλλά για τον Τζιαν Μαρία Βολοντέ, έχω, γιατί, ενώ ήταν ο «κακός» αρχηγός, και αντιήρωας του Φαρ Ουέστ, για μένα είναι αυτός που εξορίστηκε στο Έμπολι, όταν Ο Χριστός σταμάτησε στο Έμπολι και η καρδιά του στο πλατό του Θόδωρου Αγγελόπουλου, πριν βουλιάξει στο Βλέμμα του Οδυσσέα. Ο φακός που τον λατρεύει, σταματά πολλές φορές πάνω στο εκφραστικό πρόσωπό του, που στο βάθος μέσα των ματιών ένα παλιό δράμα παίζεται ξανά και ξανά και σε παραπλανά. Ειδικά όταν, με εκείνο το ρολόι στο χέρι, ξεχνιέται σαν σε διάλειμμα συναισθηματικής κρίσης. Κι αυτό το σημαδιακό ρολόι με τη φωτογραφία της όμορφης κοπέλας στο καπάκι του, βρίσκεται στα χέρια και των τριών τελικών μονομάχων του Ελ Πάσο, σαν να λέει ότι αυτή η μονομαχία, και όλος ο σκοτωμός που προηγήθηκε, μία έχει αιτία: το έπαθλο που ο φονιάς δεν πρόλαβε να απολαύσει. Τη δικαιοσύνη που ο κυνηγός οφείλει να απονείμει και που σκοπό της ζωής έχει ο αδελφός. Τρεις άντρες σ’ ένα παλιού καιρού αλώνι βρέθηκαν όλοι να κρατούν ένα ρολόι στο χέρι, σημάδι της αιτίας που έζησαν, που θα αγωνιστούν και θα μονομαχήσουν, για να πληρώσουν το χρέος, ο καθένας από τη δική του σκοπιά. Ο νικητής θα αφαιρέσει το ρολόι από του φονιά ληστή το νεκρό χέρι, σαν να του αφαιρεί τη μοναδική αλήθεια που εξανθρώπιζε κάπου κάπου την άθλια ζωή του.

Ο Λεβεντόπουλος εξηγεί: «Ορφανεμένος από την καθημερινή ζωή/ πρόωρα υιοθέτησα μια μυθική ζωή/ γιατί η παράλογη πλοκή ταίριαζε γάντι / με την προσωπική ζωή μου». Μπαινοβγαίνοντας στις αίθουσες του σινεμά, επαναβεβαιώνει ότι και ο δικός μας κόσμος, έξω από τις αίθουσες, είναι ίδιος, με εκείνον των ταινιών και, τηρουμένων των αναλογιών, οι «κακοί» έχουν πάντα τον τρόπο να καταπιέζουν τους αδύνατους και οι αδύνατοι να μην μπορούν να βρουν το δίκιο τους. Το σινεμά όμως παρέχει τη δυνατότητα στον ποιητή καουμπόυ να ονειρεύεται, τουλάχιστον και, κάνοντας συρραφή από τις ταινίες του Λεόνε, να κάνει τη δική του ταινία, όπου θα μπορεί να αποδώσει δικαιοσύνη με τον επί σκηνής σωσία του (της ψυχής του σωσία, συμπληρώνω): «τον αδίστακτο άγγελο της ουτοπίας / που δικαιούται κι αξιώνει πυγμή/ σπάζοντας τις αλυσίδες της ηθικής των στερεοτύπων/ να με οπλίσει με το θάρρος της αυτοδικίας/ βάζοντας το δάκτυλο επί των τύπων των ήλων/ για να αποκτήσω αυτοσεβασμό/ για να αντισταθώ και να παλέψω/ ενάντια στου καθημερινού βίου τον καταναγκασμό/ κόντρα σε κάθε σαθρό κατεστημένο,/ υπόδειγμα υποκριτικής ασυδοσίας,/ προτάσσοντας το στήθος / απέναντι στα μισθοφόρα όργανα/ μιας ανελέητης εξουσίας/ που δεν γνωρίζει άλλο από την ωμή βία».

Η συλλογή εξελίσσεται από ποίημα σε ποίημα, όπως η κινηματογραφική ταινία από πλάνο σε πλάνο. Οι ήρωες, καλοί και κακοί, όλοι αγαπημένοι έρχονται στην οθόνη της λευκής σελίδας για να κάνουν ένα πέρασμα έστω και μόνο με το όνομά τους. Τίτλοι ταινιών, ονόματα ηθοποιών και τα αντίστοιχα των ηρώων, τοπία σκονισμένα, ήλιος χρυσοκόκκινος που δύει, πρόσωπα, κατά κανόνα βρώμικα, άπλυτα, αχτένιστα, βάρβαρα, βέβηλα, με βλέμματα αναιδή, προκλητικά, κτηνώδη αλλά και από την άλλη πρόσωπα όμορφα, τίμια, δίκαια.

Από τους ήρωές του ο Λεβεντόπουλος, ξεχωρίζει τον «άτυχο» Βολοντέ «γιατί εκεί ψηλά στον ουρανό/ θα δυσκολευτεί να συγκεντρώσει ξανά την συμμορία», κι εδώ μπαίνει ο Πάτροκλος που σαν τον ομηρικό συνονόματό του θέλει να πολεμήσει και να σκοτωθεί, σαν τον Ραμόν-Βολοντέ, γι’ αυτό παρακαλεί τον Λεόνε: «Εγώ μια ολόκληρη ζωή σπατάλησα με άσχετους τυχοδιώκτες, συμβιβάστηκα με άθλιους εξευτελιστικούς κανόνες, κατάπια προσβολές, ανάρμοστα σεβάστηκα ανάξιους εχθρούς. Περίμενα και στωικά/ υπέμεινα. Γιατί;/ Ετούτη τη στιγμή περίμενα … Όλα τα παίζω γι’ αυτή την αναμέτρηση!/ Αυτή η μονομαχία θα μου δώσει ανταμοιβή την έσχατη συγκίνηση / την ουτοπία ,/ … / έχω γεμάτο το γεμιστήρα!/ … θέλω να είμαι ο Ραμόν, κάνε μου μόνο αυτήν την χάρη». Το ποίημα αποκτά έντονα δραματικό χαρακτήρα, ο ποιητής μπαίνει στη θέση του κινηματογραφικού ήρωα για να βάλει το τέλος που εκείνος επιθυμεί στο άγονο ξερό τοπίο της οθόνης, της ζωής της ψυχής του. Ο Ραμόν σκοτώνεται. Η μουσική υπόκρουση είναι πάντα του «αρχικάντορα Ennio Morricone».

«Λένε ότι οι κυνηγοί επικηρυγμένων/ περιπλανιούνται στα μέρη αυτά αργά, προς το τέλος της ημέρας,/ στους θηρευτές αρέσει το κυνήγι/ …/ Ε! Sergio Leone!… / Μου χρωτάς αποζημίωση για ψυχική οδύνη. Πριν σαράντα χρόνια μια σφαίρα απ’ την Winchester του Volonté, εξοστρακίστηκε από την οθόνη και σφηνώθηκε μες στην καρδιά μου, αλλά δεν φόραγα όπως ο Clint Eastwood πανοπλία». Και η ταινία με πρωταγωνιστή τον αφηγητή στο αλώνι, όπου γίνεται η μονομαχία στο Ελ Πάσο, γυρίζεται με πρωταγωνιστές τον αφηγητή, τον Λεόνε και τον μαυροντυμένο άντρα, «πληρωμένο πιστολά», «αμείλικτο εντολοδόχο» και «εκτελεστή της μοίρας». Να είναι ο θάνατος αυτός ο ξένος άντρας; Σκοτώνεται ο Λεόνε τελικά; Δεν σκοτώνεται; Ζει στα όνειρα του Πάτροκλου πάντως.

Το τελευταίο ποίημα της συλλογής, «Adios Gringo», είναι ο επίλογος της ταινίας που σκηνοθετεί ο Λεβεντόπουλος, αφιερωμένο στον μεγάλο επικό δημιουργό, που δεν θα μπορέσει να ξεχάσει και που με νοσταλγία θα θυμάται ακόμα και τους αντιήρωες και το «μακρόσυρτο σφύριγμα μιας μπαλάντας» του Ennio Morricone και τους περιμένει να επανεισβάλουν στα όνειρά μας, «στης φαντασίας το φαράγγι», με μια επιφύλαξη ή υπόθεση μήπως «η αυτοδικία, σαν έκρηξη θυμού στην απεγνωσμένη έκφραση της τυφλής απελπισίας, σε έξαρση ουτοπικής μέθης αναβαπτισθεί και την περηφάνια μας σε δόξα αναβιώσει». Δεν ξέρω αν κάνω λάθος αλλά εδώ νομίζω πως ακούω του καβαλαραίους «μαντατοφόρους» τους Σεφέρη που έρχονται να πούνε…» και τρομάζω με την προφητεία.

Πριν πέσει το FINE στη σκηνοθεσία- «regia di Patroklos Leventopoulos» ο ποιητής θα αποχαιρετήσει τριπλά τον μεγάλο δημιουργό που τον ενέπνευσε: Adios Sergio Leone! Adios! Adios! Adios!

Τι να πούμε εμείς γι’ αυτή τη συλλογή; Είναι ποίημα; Είναι ριμέικ κινηματογραφικής ταινίας ή κολάζ ταινιών του Λεόνε; Είναι απ’ όλα και κυρίως είναι η νοσταλγία μιας εφηβείας που ονειρευόταν με τους κινηματογραφικούς ήρωες, που πραγμάτωνε το όνειρο μέσα στη ζωή, και ωρίμαζε χωρίς να βρίσκει σ’ αυτήν τη δικαίωση που έβρισκε στην τέχνη.

Θα τελειώσω με μια φράση που λέει ο Πήτερ Ο Τούλ – Θερβάντες – Δον Κιχώτης, στην ταινία Ο άνθρωπος από την Μάντσα, που και εκείνος πολέμησε σε άλλου καιρού αλώνια: «Δεν μου αρέσει ο κόσμος όπως είναι. Μου αρέσει ο κόσμος όπως εγώ τον φτιάχνω στο μυαλό μου». Γιατί αυτός που είχε στο μυαλό του τον έχριε ιππότη και τού έδινε τη δύναμη να πολεμά τους «κακούς». Adios Gringo! Λέει ο ποιητής, καβάλα στο άλογο μου, με το καπέλο του και το πιστόλι του που καπνίζει ακόμα, ζεστό από την ποιητική «χειρο-ανομία» του.

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ.]

Σε λίγο καιρό κοντά σας με νέο ηλεκτρονικό τεύχος στο mag.frear.gr

Mag.frear.gr – Τα ηλεκτρονικά μας τεύχη

%d bloggers like this: