Αφήσαμε πίσω μας τα παλιά σωληνουργεία. Φωτισμένες πολίχνες και σημαιάκια θερινά της αγίας εμποροπανήγυρης. Σπαρμένα κομμάτια απ’ το πρόσωπο μιας κόρης. Τ’ αρχαία λιμάνια κοιμούνται στα περιθώρια των επαρχιών. Εφτά πόλεις ησυχάζουν καθώς φλέγεσαι απ’ αμπελώνες, γήπεδα, νωθρούς παραθεριστές, γεννήτριες και όνειρα.
Στην Κόρινθο αφήσαμε για πάντα τη νιότη μας.
Οι ακοίμητοι φρουροί έξω απ’ τα καφενεία είναι σήματα μες στο μεσημέρι. Άμα πέφτει ο ήλιος ο τόπος μαλακώνει και η αρχαία Σικυώνα σηκώνεται απ’ τα νερά. Παλιά υποστατικά, αποθήκες, μαρμαράδικα. Κάθε τόπος με τον άγιό του. Οι ναυαγοί του απογεύματος μαζεύουν πέτρες και όστρακα λευκά.
Κάθε που νυχτώνει και αφήνω πίσω μου τα χωριά της Κορίνθου θυμάμαι όλες τις λεπτομέρειες της ζωής μου. Όπως τα μάτια σου που ήταν απ’ άλλο σχήμα, που ήταν σώματα.
[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ.]







