Διευθύνει το ηλεκτρονικό περιοδικό Διάστιχο, που φαίνεται πως έχει τη μεγαλύτερη επισκεψιμότητα. Έχει γράψει πολλά παιδικά βιβλία, όπου λέει αλήθειες, έχει γράψει κι ένα μυθιστόρημα, το οποίο, Μάρτυς μου ο Θεός (αυτός είναι ο τίτλος), εκδόσεις Κίχλη, 2013, λέει κι αυτό αλήθειες, και μ’ αυτό κέρδισε το βραβείο λογοτεχνίας πρωτοεμφανιζόμενου λογοτέχνη της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Ε.Ε.) για το 2014. Τα βιβλία των βραβευθέντων θα μεταφραστούν σε 20 διαφορετικές ευρωπαϊκές γλώσσες και θα προβληθούν στις μεγαλύτερες εκθέσεις βιβλίου στην Ευρώπη (Φρανκφούρτης, Λονδίνου, Γκέτεμποργκ και του Φεστιβάλ «Passaporta» στις Βρυξέλλες. Οι άλλοι συν-νικητές είναι του ευρύτερου βαλκανικού χώρου· ένας από λίγο πιο πάνω, ένας άλλος από λίγο πιο κάτω, ένας τρίτος από Δυτικά και ένας ακόμη από Ανατολικά. Σαν αστέρας, επομένως, ανάμεσα στους άλλους συνβραβευμένους του είναι ο Τσίτας. Και εκείνος ο Χρυσοβαλάντης του στο παραλήρημά του έφερε το πάνω κάτω και το μέσα έξω της ελληνικής κοινωνίας, προβάλλοντας τα οικεία κακά και αποδεικνύοντας της λαϊκής σοφίας το αληθές «από μικρό και από τρελό μαθαίνεις την αλήθεια».

Ο Τσίτας έφερε έναν αέρα ειλικρίνειας στη λογοτεχνία, βάζοντας τον Χρυσοβαλάντη του να διαχειρίζεται μια γλώσσα που μεγάλο μέρος της ελληνικής κοινωνίας μιλάει, δυστυχώς, χωρίς ενδοιασμό κι ένα άλλο μέρος ακούει ευχάριστα, χωρίς να σοκάρεται, αλλά υπάρχει κι ένα τρίτο είδος που δυσφορεί ή χαμογελάει συγκρατημένα και συγκαταβατικά, όταν αισθάνεται ότι παραβιάζονται τα όρια της ευπρέπειας. Ωστόσο, τα ελληνικά του Χρυσοβαλάντη είναι ζωντανά γι’ αυτό και το μυθιστόρημα του Τσίτα αναπνέει αληθινά. Πίσω από το εύκολο γέλιο και την κοροϊδία υπάρχει η αγανάκτηση που συγκρατεί το θυμό για να μην πάρει σβάρνα και ξηλώνει ό,τι απέμεινε όρθιο μέσα στη γενική κατάρρευση. Ο Χρυσοβαλάντης είναι η περίληψη πολλών τρελών που κυκλοφορούν στη λογοτεχνία, η οποία, βεβαίως καθρεφτίζει τη ζωή. Είναι το είδος του κοινωνικού τρελού που κυκλοφορεί ανάμεσά μας, όπως οι τρελοί και οι γελωτοποιοί στα παλάτια, για να σερβίρουν στους βασιλιάδες πλαγίως εκείνα που φοβούνταν οι υποταγμένοι σύμβουλοί τους να πουν έξω από τα δόντια. Τρελοί και μεθυσμένοι, με λυμένο το λουρί της λογικής ή της επιφυλακτικότητας που φρενάρει την εκστόμιση της αλήθειας, ήταν τρόπον τινά ιερά πρόσωπα, σε κάποιες παλιότερες κοινωνίες. Και ο Χρυσοβλάντης είναι και θρησκευόμενος και βλάσφημος.

Διαβάζοντας τα οικεία κακά σ’ ένα λογοτεχνικό έργο, όπως στην τραγωδία, σαν από βαλβίδα ασφαλείας, αφήνουμε το φορτίο της ψυχής να εκτονωθεί. Δι’ ελέου και φόβου, δια γέλωτος και καγχασμού, περαίνεται η τραγωδία ή η φαρσοκωμωδία και επέρχεται η κάθαρση. Στο μυθιστόρημα του Τσίτα η κάθαρση έρχεται με την ανατροπή της τάξης. Με την προβολή αυτού που υποκρινόμαστε πως δεν βλέπουμε και προσποιούμαστε τους έκπληκτους για όσες βρομοδουλειές, κομπίνες και τρικλοποδιές βάζουν κάποιοι σε κάποιους άλλους. Ο Χρυσοβαλάντης λέει αλήθειες και του αξίζει το «μπράβο» για την ωμή και αφελή του ειλικρίνεια. Η «τρέλα» του φωτίζει την κοινωνική μας παθογένεια και στηλιτεύει το κακό. Θεού θέλοντος, ίσως βοηθήσει κάποιους να τον πάρουν στα σοβαρά. Και πλάι στον κλαυσίγελο, για όσα μας κάνουν να νιώθουμε καταφρονεμένοι η βράβευση μας επιτρέπει, τουλάχιστον, να νιώσουμε υπερήφανοι. Το μπράβο και τα θερμά συγχαρητήρια στον δημιουργό για την ιδέα.