«Ακόμα πιο παλιά δεν είχε καθόλου δρόμο και απορώ από πού έφευγαν, τόσος κόσμος! Από τότε… μπορεί να άνοιξε ο τόπος, μπορεί να σκίζονταν οι πέτρες και να τους ξέρναγαν, χούφτες-χούφτες».

Από το «Κουβέντες από δω ως τον ήλιο», ένα διήγημα για έναν ματαιωμένο ξενιτεμό, στη συλλογή Του χιονιού.

Είκοσι οχτώ διηγήματα, εκατό δέκα σελίδες όλα μαζί, συναπαρτίζουν το Του χιονιού. Η πύκνωση του λόγου σε τούτες τις ιστορίες είναι τόση, που τις φέρνει ν’ αγγίζουν την ποίηση. Τι ν’ αγγίζουν, δηλαδή – ο λόγος της Βενέτη είναι ποίηση. Μόνο γιατί κι εδώ είν’ οι ιστορίες σε ντοπιολαλιά, κι είναι ιστορίες του χωριού, σου ’ρχεται στο νου ο Δημητρίου. Μα ως εδώ. Κανένα δάνειο, ούτε μίμηση. Μάστορας ο Δημητρίου, και συγγραφέας του μικρού, μα πουθενά, ως και στα πιο σύντομα διηγήματά του, δε θυμούμαι να πυκνώνουν τόσο οι εικόνες κι ο λόγος, όσο εδώ. Δεν μπορεί να ’ναι πρωτόλειο, συλλογιόμουν διαβάζοντας άφωνος το Του χιονιού. Μοιάζει εικοστό βιβλίο – τόση οικονομία, τέτοιος ρυθμός. Οι χαρακτήρες της είναι φιγούρες τυραγνισμένες της Ηπείρου στην Κατοχή και τον Εμφύλιο, γυναίκες κι άντρες της βιοπάλης• κι είπα «φιγούρες», μα είναι σωστοί κι ακέριοι άνθρωποι, προφταίνουν να ανασάνουν και να ζήσουν πλήρη ζωή μέσα σε τρεις και τέσσερεις σελίδες. Τούτο κι αν είναι χάρισμα. Στα τόσο σύντομα διηγήματα, μετράει πάντα τι λεπτομέρεια θα επιλέξει ο συγγραφέας. Και το ένστικτο της Βενέτη στην επιλογή της λεπτομέρειας, για να κλείσει μια ζωή σε λιγοστές σελίδες, είν’ αλάθευτο σαν το ένστικτό της στο ρυθμό και τη γλώσσα.

Να, για παράδειγμα, απ’ το «Μαχαίρι», για τη γιαγιά της ιστορίας: «Πώς μου άρεσε ο τρόπος που έκοβε το ψωμί, σαν να αγκάλιαζε κάποιον πάνω στην καρδιά της και του ’παιρνε τη ζωή…» Άμα έχεις δει να κόβουν έτσι το ψωμί, με το καρβέλι κολλητά πάνω στο σώμα, δε θες άλλη λεπτομέρεια, όλα ζωντανεύουν γύρω από τούτη τη μία κίνηση. Και στο ίδιο διήγημα, πιο κάτω, όταν τα εγγόνια βάζουν κάτι ρολόγια που τους τα ’φερε η γιαγιά: «Τα φορέσαμε στο χέρι, κι ήταν σαν να θηλυκώναμε απάνω στο σφυγμό μας την προσμονή». Μαύρος γάμος στο «Τόσο μαύρα», κι η νύφη «στο άλογο με ένα σκουτί στην πλάτη, πήγαινε κρυσταλλιασμένη – βανίλια στο νερόχιονο». Σε κάθε παράγραφο κι από μια τέτοια φράση, που στέκεσαι να τη συλλογιστείς και να τη θαυμάσεις.

Συγκλονιστικά τα δυο τελευταία διηγήματα, «Τι να πω» και «Στις χαραμάδες του χρόνου», για τις διαλυμένες οικογένειες του Εμφυλίου, αλλ’ ακόμα κι όταν η μικρή ιστορία που διαλέγει η συγγραφέας να πει είν’ απλώς ένα ανέκδοτο, ένα περιστατικό όλο κι όλο, είν’ ειπωμένο με τέτοια ακρίβεια και περίσσια ζωντάνια, που παίρνεις βαθιές ανάσες, να ρουφήξεις όλο τ’ άρωμα των λέξεων, κι αφουγκράζεσαι, ν’ ακούσεις τη μουσική τους. Δεν ξεχωρίζω κανένα, είν’ όλα διαλεχτά, μα θ’ αντιγράψω εδώ ένα από τα μικρά-μικρά. Τέσσερα λένε σε λιγότερο από μία σελίδα την ιστορία τους με γλώσσα ατόφια ποιητική και με συνταραχτική λιτότητα: το «Τι ’ναι μάνα», για μια παιδοκτόνο που «χρόνια να φανεί ο άντρας της απ’ το ταξίδι… ώσπου πέρασε απ’ το χωριό ένας λαδέμπορας – ένας πλάνος» κι όταν γέννησε μονάχη στην ερημιά, «Χωρίς να του δέσει αφαλό, το πήρε στην αγκαλιά μαζί με το λούρο, και το ’σφιξε, το ’σφιξε…»• το «Σκοτεινό», μια λαϊκή υπερφυσική ιστορία για το συναπάντημα μ’ ένα «ίσκιωμα»• το «Των ψυχών και των αθώων», όπου το συναπάντημα είναι με μια νεράιδα, και το «Εδώ κοιτάξτε»:

«Στη φωτογραφία είναι κόσμος συνωστισμένος. Δείχνουν να βρίσκονται σε αντράλα. Οι περισσότεροι άντρες, νέοι, αγριεμένοι. Στη μέση – στα χέρια σηκωμένο ψηλά – κρατούν το φέρετρο, σαν να το επιδεικνύουν… Εδώ κοιτάξτε… Σαν να επιδεικνύονται κι οι ίδιοι κοιτώντας στο φακό… Εμάς κοιτάξτε.

»Ο νεκρός μοιάζει πολύ με τους ζωντανούς. Είναι κι αυτός νέος. Φοράει κι αυτός άσπρο πουκάμισο, σκούρο παντελόνι, τα μοναδικά του παπούτσια. Έχει κι αυτός τα μάγουλα σωμένα, όπως οι ζωντανοί! Μόνο που έχει τα μάτια κλειστά κι έτσι δε μοιάζουν με τρύπες που αντιφεγγίζουν την κόλαση.

»“…Ένας λεβέντης, ένας ομορφάντρας… Νιάτα! Είχε πεθάνει από φυματίωση… λίγο πριν από τον πόλεμο. Ήτανε ο μικρός μας ο αδερφός…”, πρόσθεσε τρυφερά η γιαγιά κι έσπρωξε τη φωτογραφία στη χαρτοσακούλα μαζί με τις άλλες».

[Πρώτη δημοσίευση. Φωτογραφία: Mario Giacomelli.]