frear

Για το «Κυνηγοί και Λύκοι» της Αντωνίας Γουναροπούλου – γράφει η Αλεξάνδρα Μητσιάλη

Μικρές διαδρομές συντριβής

Η Αντωνία Γουναροπούλου συστήνει στο οπισθόφυλλο το βιβλίο της γράφοντας: «Έξι μαύρες ιστορίες (συν μία) δοσμένες σαν παραμύθια με ήρωες που νομίζουν». Και είναι αυτό το «νομίζουν» του οπισθόφυλλου που προκαλεί πρώτο το ενδιαφέρον του αναγνώστη. Η πρόκληση ίσως προέρχεται από το γεγονός ότι μοιάζει αυτό το «νομίζουν» της Αντωνίας Γουναροπούλου και των ηρώων της με το «νομίζω» του αναγνώστη, όταν θέλει να αποτυπώσει την αδύναμη, διάτρητη αίσθηση βεβαιότητας που έχει για τα περισσότερα πράγματα στη ζωή του. Για όλα αυτά από τα οποία συλλαμβάνει μονάχα εντυπώσεις, για όλα αυτά από τα οποία εισπράττει απροσδιόριστα και αντιφατικά συναισθήματα, για όλα αυτά που έχει την αίσθηση ότι κινούνται με διαφορετικό ρυθμό και έχουν διαφορετικά κίνητρα σε κείνον τον βαθύ, ρευστό κόσμο του ασυνείδητου. Το «νομίζουν» της Αντωνίας Γουναροπούλου μοιάζει με το «νομίζω» του αναγνώστη απέναντι σε όλες εκείνες τις πνευματικές και ψυχικές καταστάσεις που τα θολά περιγράμματα τους είτε δεν μπορεί ν’ αναγνωρίσει είτε δε θέλει να δει, που τις προθέσεις τους καμώνεται –περισσότερο ή λιγότερο πειστικά– ότι αγνοεί, που τη μυστική δύναμή τους προσπαθεί, μάλλον μάταια, να αποφύγει.

Και αυτό που «νομίζουν» οι ήρωές της, σε αντίθεση με αυτό που συμβαίνει στην πραγματικότητα τους, διαλέγει να το αποκαλύψει η συγγραφέας με έναν αλληγορικό τρόπο, αφού οι ιστορίες της είναι αλληγορίες, αφηγήσεις, δηλαδή, με νοήματα διαφορετικά από αυτά που φαίνεται να παρουσιάζονται σε πρώτο επίπεδο, ιστορίες με δηλώσεις αλλά κυρίως με συνυποδηλώσεις, με συμβολισμούς που αποκαλύπτονται στον αναγνώστη κατά την εξέλιξή τους και κυρίως στο τέλος τους, με κάτι που μοιάζει κάθε φορά με μικρή έκρηξη.

Η αλληγορία απλώνει το δίχτυ της εξαρχής στις ιστορίες της Αντωνίας Γουναροπούλου και διαχέεται στον ψυχισμό του αναγνώστη σαν μια αίσθηση υπόκωφα απειλητική, σαν ένας κίνδυνος που ελλοχεύει, που εκείνος τον υποψιάζεται από λέξεις, κινήσεις και μια περιρρέουσα ατμόσφαιρα τελεσίδικου. Πρόκειται για μια αίσθηση που διαχέεται αργά όμως ταυτόχρονα διαφεύγει, που ο αναγνώστης την αντιλαμβάνεται σαν πλεκτάνη που εξυφαίνεται, σαν μια αποκάλυψη που επίκειται αλλά συμβαίνει πάντα αργοπορημένα, όταν όλα έχουν συντελεστεί, σαν αναπότρεπτο τέλος, σαν αβάσταχτη συνειδητοποίηση κάποιου τετελεσμένου:

• ο λύκος στην αμείλικτη παγίδα του κυνηγού

• το φωτεινό κορίτσι με τα σαντάλια στον σφιχτοπλεγμένο ιστό της αράχνης

• τα ξωτικά με τις καλές προθέσεις κάτω από τα αδιάφορα πέλματα του ανθρώπου

• η πόρτα που είναι φτιαγμένη για να την ανοίγουν όχι μόνο εκείνοι που έρχονται αλλά κι εκείνοι που φεύγουν

• ο άνθρωπος που είναι έτοιμος να θυσιαστεί αλλά τελικά θυσιάζει

• εκείνος που για να εξασφαλίσει την αποκλειστική αγάπη καταστρέφει την ψυχή της αγαπημένης του…

Μικρές αναπόδραστες πτώσεις, διαδρομές συντριβής, σύντομα χρονικά προαναγγελθέντων θανάτων… Πλάσματα που γλιστρούν και χάνονται υπονομευμένα από τον ή τους άλλους αλλά κι από τον εαυτό τους, που η ανάγκη τα κάνει να εγκαταλείπονται σε αλλότριους, κυριολεκτικά και μεταφορικά, χειρισμούς, που η αθωότητά τους μπορεί να μετατρέπεται σε τυφλότητα, που η ευγένειά τους μπορεί να μεταμορφώνεται σε ευκολοπιστία, που η αλήθεια, όταν φανερώνεται, μπορεί να συντρίβει τις ψευδαισθήσεις τους αλλά να μην τους οδηγεί και πάλι σε κάποιου είδους απελευθέρωση – να τους κρατά δεσμευμένους στη χειρότερη ερημία:

• νήματα που οι άλλοι άρχισαν ν’ απλώνουν γύρω τους, νήματα που όμως κι εκείνοι επέτρεψαν ν’ απλωθούν, γιατί οι άλλοι παίρνουν, κατά το κοινώς λεγόμενον, στη ζωή τον χώρο που τους επιτρέπουμε να πάρουν

• παράλληλοι κόσμοι μικροσκοπικών πλασμάτων, που συμβιώνουν με τον κόσμο των ανθρώπων, που όμως οι άνθρωποι –και όχι μόνο οι κερδοσκόποι και οι άπληστοι– είναι έτοιμοι να αψηφήσουν και να ισοπεδώσουν απορροφημένοι από τις δικές τους υποθέσεις και προτεραιότητες

• εκείνοι που ψάχνουν τις αιτίες της μοναξιάς τους αλλά από τις ερμηνείες τους διαφεύγει το προφανές: ότι τα πράγματα έχουν τουλάχιστον δύο πρόσωπα, δυο πλευρές, δυο λειτουργίες – «ό,τι ανεβαίνει κατεβαίνει, ότι αρχίζει σταματά…»

• η δυσκολία να παραδεχτεί κάποιος ότι, αν δεν ανήκει σε έναν κόσμο, δεν μπορεί να τον καταλάβει πραγματικά, να γνωρίσει τους τρόπους και τους κόπους του, να μπει στον ρυθμό του, και ότι εύκολα θα βρεθεί στη θέση να τον προδώσει όχι επειδή το επιδιώκει και το επιθυμεί αλλά επειδή δεν κατανοεί τους κώδικες που χρησιμοποιεί ο κόσμος αυτός για να ορίσει την προδοσία

Οι αλληγορικές αυτές ιστορίες έχουν μια ξεκάθαρη υπαρξιακή διάσταση και την ίδια στιγμή αποτελούν μια φιλοσοφική θεώρηση της ζωής, όπως αρμόζει άλλωστε σε κάθε λογοτεχνικό εγχείρημα που σέβεται τον εαυτό του. Αποτελούν τη συμπύκνωση ενός προβληματισμού γύρω από τις ανθρώπινες αντιφάσεις, την ίδια την ανθρώπινη ύπαρξη, τα δρομολόγια που κάνουν οι άνθρωποι σε διαδρομές που φαίνεται να τις αποφασίζουν οι ίδιοι, που όμως μπορεί να είναι κατά κάποιον τρόπο –από αυτό που είναι οι ίδιοι και από αυτό που έτσι όπως είναι προκαλούν– αποφασισμένες.

Ιστορίες που πραγματεύονται θέματα γνωστά, που όμως η Αντωνία Γουναροπούλου τα τοποθετεί και τα αφηγείται με πρωτότυπο τρόπο. Οι αλληγορικές αυτές ιστορίες είναι δοσμένες με ένα ατμοσφαιρικό, σκοτεινό, ρυθμικό, υπόρρητο σασπένς. Ακόμα και όταν ο αναγνώστης από ανεπαίσθητες προοικονομίες εντοπίζει ορισμένα ερμηνευτικά κλειδιά και υποψιάζεται κάποιες εξελίξεις, ξαφνιάζεται πάντα από την έκβαση των πραγμάτων.

Φαίνεται ότι η συγγραφέας έχει δουλέψει με επιμέλεια την πορεία προς την αποκάλυψη του πυρήνα της ιστορίας, του κεντρικού νοήματος, της μικρής αυτής αλήθειας που αποστομώνει τη στιγμή ακριβώς που αποκαλύπτεται. Και αυτή η εργασία είναι, ιδιαίτερα σε τόσο σύντομα αφηγήματα, αποφασιστικής σημασίας για την αναγνωστική απόλαυση αλλά και για την υπόθεση της λογοτεχνίας. Την ίδια στιγμή γράφει λιτά κι αλφαδιασμένα, σταθερή στον κεντρικό άξονα, χωρίς να λοξοδρομεί σε δευτερεύοντα θέματα, μέσα στις αυστηρές γραμμές του μικρού αφηγήματος που δεν επιτρέπει παρεκτροπές.

Οι ιστορίες της, βέβαια, εμπεριέχουν μια διδαχή, κάποιου είδους διδασκαλία. Σαν να επιχειρούν να μεταγγίσουν στον αναγνώστη τους μια σοφία της ζωής, ένα χρήσιμο μυστικό από όλη την αφηγημένη ανθρώπινη περιπέτεια, ένα αποφθεγματικό δια ταύτα που εκείνος θα έπαιρνε μαζί του όταν ολοκληρωνόταν η αφήγηση:

• ότι πιο εύκολα θα βρεις μια στάλα εξυπνάδα σε ένα ζώο χαζό παρά μια στάλα ειλικρίνειας σ’ έναν άνθρωπο ψεύτη

• ότι πολλές φορές οι άνθρωποι απέναντί μας μοιάζουν με αράχνες έτοιμες να μας τυλίξουν στο δίχτυ που εμείς τους αφήνουμε να πλέξουν γύρω μας

• ότι ακόμα κι ο έρωτας είναι βυθισμένος στην εγωπάθεια, που μπορεί άσπλαχνα να ποδοπατά ακόμα και τους αγνούς και τους δίκαιους

• ότι οι πόρτες της ζωής είναι φτιαγμένες όχι μόνο για να υποδέχονται αλλά και για να αποχαιρετούν

• ότι δεν μπορούμε να απαρνηθούμε για οποιαδήποτε απόλαυση αυτό που αποτελεί τη δική μας ζωή και τον δικό μας τρόπο να τη ζούμε

• ότι πίσω από την απαίτηση για απόλυτη αγάπη παραμονεύει ο πιο σκληρός εγωισμός

Όμως η διδαχή αυτή δεν γίνεται αντιληπτή στις ιστορίες της Αντωνίας Γουναροπούλου σαν ένα αυστηρό συγγραφικό δάχτυλο που προτεταμένο επιχειρεί να νουθετήσει, να συμμορφώσει με κάποια υπόδειξη. Αντίθετα, ο ίδιος ο σκοτεινός ή παράξενος μύθος της ιστορίας της, η κρυπτική πλοκή, το τελικό αναμενόμενο αλλά στη σύνοψή του αναπάντεχο συμπέρασμα απομακρύνουν τις ιστορίες της από αυτό που θα λέγαμε διδακτισμό. Όπως αντιστοιχεί σε ένα σύγχρονο λογοτεχνικό παραμύθι, η διδαχή είναι περισσότερο υπαρξιακή και φιλοσοφημένη.

Ίσως ο πολυθρύλητος ανθρώπινος εγωισμός να είναι εν τέλει το κεντρικό πρόσωπο των ιστοριών της Αντωνίας Γουναροπούλου, αυτός που κατακρημνίζεται στο σώμα και στις ψυχές ανθρώπων, ξωτικών, ζώων ή πραγμάτων που μιλούν μέσα στις ιστορίες της. Και πίσω από τον εγωισμό η εξίσου πολυθρύλητη ανασφάλεια που αδηφάγα, ανενδοίαστη, αρπακτική στρέφει στις ιστορίες της τα πρόσωπα ενάντια στον εαυτό τους ή ενάντια στους άλλους για να χορτάσει μόνο για λίγο και μόνο πρόσκαιρα να κατευναστεί.

Και πάντα είναι αργά στις ιστορίες της Αντωνίας Γουναροπούλου. Κανένας από τους ήρωες δεν προλαβαίνει. Ό,τι έχει κιόλας συμβεί, οι ίδιες οι πράξεις τους τούς έχουν ανεπίστρεπτα προδώσει. Η συνειδητοποίηση έρχεται πάντα αργοπορημένη, σαν μοιραία επισφράγιση μιας ενδελέχειας:

• ο λύκος καταλαβαίνει, μα είναι πια τραυματισμένος βαριά

• όταν το φωτεινό κορίτσι με τα γυμνά πόδια στα σαντάλια βλέπει τον ιστό, έχει ήδη εγκλωβιστεί στα νήματά του

• μόλις τα έπιπλα συνειδητοποιούν ποιος φταίει για την ερημιά τους, συναισθάνονται ταυτόχρονα ότι έχουν βρεθεί αντιμέτωπα με το πεπρωμένο

• όταν ο ξένος ακολουθεί την παρόρμησή του, η γυναίκα του, που άφησε εκτεθειμένη, έχει κιόλας σκοτωθεί

• όταν η μικρή μάγισσα ομολογεί στον ζηλιάρη αγαπημένο της ποια πράγματα αγαπάει περισσότερο στον κόσμο εκτός από αυτόν, καταλαβαίνει ότι της έχουν απομείνει μονάχα οι αναμνήσεις…

Ίσως γι’ αυτό η Αντωνία Γουναροπούλου ονομάζει «μαύρες» τις ιστορίες της, γιατί σ’ αυτές δεν υπάρχουν περιθώρια διαφυγής, γιατί εκεί υφέρπει πάντα ένα αίσθημα πνιγμονής, κάτι τραγικά προαποφασισμένο… Ίσως το μόνο που απομένει είναι κάποιο περιθώριο συνειδητοποίησης, επίγνωσης και αυτοεπίγνωσης, ανώφελο όμως. Ενδεχομένως ακριβώς γι’ αυτό να γοητεύουν οι ιστορίες της, γι’ αυτή την εύστοχη συμπύκνωση της πτώσης, που η συγγραφέας κατορθώνει να αποδώσει με μια ποιότητα λογοτεχνικής γραφής και ακολουθώντας ένα αρχιτεκτονικό σχέδιο, που κατά την ανάγνωση μπορούν να εκτιμηθούν η έμπνευση και η συγκρότησή του.

[Η παρουσίαση του βιβλίου Κυνηγοί της λύκοι θα γίνει την Τετάρτη 7 Μαρτίου, στις 19.00, στο βιβλιοπωλείο Πατάκη (Ακαδημίας 65, Αθήνα). Φωτογραφίες: Laura Makabresku.]

Δείτε τα περιεχόμενα της έντυπης έκδοσης εδώ.

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly

Twitter

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly