frear

Για το «Φοράει τα μάτια του νερού» της Φροσούλας Κολοσιάτου – γράφει η Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου

Φροσούλα Κολοσιάτου, Φοράει τα μάτια του νερού, Γαβριηλίδης, Αθήνα 2017.

Δεν είμαι σίγουρη ακριβώς πως πρόκειται για άλλη μια ποιητική συλλογή που εκκινεί από την προσφυγιά και κατατείνει στην καταγγελία του συνώνυμού της πλέον θανάτου που τελευταία κατ’ επανάληψη λαμβάνει χώρα στο Αιγαίο. Πάντα ήμουν επιφυλακτική για την άμεση και εν θερμώ αντίδραση του στίχου σε γεγονότα οδυνηρής εσωτερικής ή εξωτερικής πραγματικότητας που δεν προλάβαιναν να στοιχειοθετήσουν τη δική τους οντότητα στον ιστορικό μα και προσωπικό χρόνο. Φοβόμουν ίσως τη βιαστική αποτύπωση μιας θύελλας εν τη γενέσει της που όποια απόπειρα καταγραφής της θα άφηνε αχαρτογράφητες περιοχές και θ’ αδικούσε τον αφανισμό και τις ολοσχερείς προθέσεις του. Γύρευα πάντα να επικαθίσει ο κουρνιαχτός και να αποδοθεί ο απόηχος και όχι ο ήχος, το απείκασμα και όχι η εικόνα καθεαυτή.

Μόνο που εδώ σαν κάτι να αλλάζει και έρχεται καθένα ποίημα ξεχωριστά να το επιβεβαιώσει. Και βέβαια υπάρχει το ποιητικό υποκείμενο, ο έκπληκτος καταγραφέας της αφήγησης που ξετυλίγει την ιστορία του νερού και του άπιαστου τόπου. Εκείνο όμως που ανατρέπει την προβλεπόμενη σειρά είναι θαρρείς η ίδια η φωνή της αφήγησης που λες και δεν είναι του έκπληκτου ποιητή που αμήχανος παρατηρεί αλλά του ίδιου του τόπου που ορίζεται από αυτούς που έρχονται μα και από αυτούς που βυθίζονται. Ο τόπος που μεταμορφώνεται σε αχόρταγο Λεβιάθαν είναι αυτός που απορεί με την ανατροπή και την αλλοίωση του αρχικού προορισμού του.

Μόνο που ο τόπος αυτός είναι διττός, σαν Ιανός που εναλλάσσει τη μορφή του και συναιρούμενος αποκαλύπτει την πλήρη αποτυχία του κάθε προσωπείου του. Εξηγούμαι: Ο τόπος είναι από τη μια η πόλη κι από την άλλη η θάλασσα.

Όμως, η πόλη πια δεν κατοικείται, ούτε καλεί για ασφάλεια και συνύπαρξη, αφού έντρομη αποδιώχνει τους κατοίκους της. Αλλά κι η θάλασσα πια δεν ταξιδεύεται, παύει να είναι πέρασμα και εικαστικό τοπίο, γίνεται αδόκητος προορισμός και οριστική κατάληξη. Το σκηνικό που εντέλει επικρατεί, όταν αφήνεται πίσω η νεκρή πραγματικότητα της πυρπολημένης πατρίδας, δεν είναι άλλο από μία περίφραξη υγρή, επίπεδη και απλωμένη που αποκαλείται θάλασσα κι άλλοτε μία περίφραξη πάλι υγρή και κάθετη που ονομάζεται βροχή.

Όπως και αν έχει, το αποτέλεσμα είναι στίχοι μουσκεμένοι στην απόγνωση και στον θάνατο. Έναν θάνατο που έρχεται καθ’ οδόν, εν ώρα αποφυγής κάποιου άλλου θανάτου. Κι αυτό είναι το τραγικό, η μεταμόρφωση της σωτηρίας σε δήμιο, με αποτέλεσμα ελλείψει άλλων επιζώντων το κύριο πρόσωπο της αφήγησης να γίνεται πλέον ο τόπος τη στιγμή της απώλειάς του.

[…] Ω εκείνοι που δεν έρχονται / Κάθε απώλεια κρύβεται από την ίδια της / Τη μορφή / Στραγγίζει την απόχη του αποχωρισμού / Και αποξεχνιέται (Της θάλασσας)

Το νερό λοιπόν μετασχηματίζεται σε ακατάπαυστη μηχανή χαμού που ανοιγοκλείνει και ρουφά τις παιδικές αναπνοές, γίνεται κρύπτη και καταφύγιο που ακυρώνει διά παντός την προοπτική του ορίζοντα, ενώ ό,τι επιπλέει του πνιγμού είναι μόνο αναλώσιμα όνειρα και άνθρωποι. Ο υγρός τόπος πλέον στερεοποιείται, γίνεται συμπαγής περιοχή. Το νερό χάνει τις ιδιότητές του και η διάφανη ρευστότητα μεταστοιχειώνεται σε βάθος χωμάτινο, συνθήκη κατάλληλη για τη διαδικασία της ταφής. Στην περίπτωσή μας όμως δεν προηγείται η διάνοιξη του λάκκου, για να επακολουθήσει η υποδοχή του άψυχου σώματος αλλά τα ίδια τα σώματα, αν και νεκρά, αναλαμβάνουν να σκάψουν με το βάρος της ελαφρότητάς τους τον τόπο σαν ύστατη δική τους συνδρομή στο χτίσιμο της τελευταίας ήσυχης κατοικίας τους.

Άκου σκάβουν το νερό / Αλλόκοτα/ Με παφλασμό η Μέδουσα/ Τους σαβανώνει/ Σχεδόν γυμνή η νύχτα εμποδίζει/ Με δουλεμπόρους/ Θα έχει χαλάσει/ Η αντανάκλαση του φεγγαριού/ Δεμένη με μαύρο σκοινί/ Στην ακτή/ Ένα παιδάκι/ Ικετεύει τα κύματα/ Να ζήσει/ Όταν αγγίζει το βυθό/ Γίνεται κόκκινος/ Μυρίζει φόβο/ Αμετάκλητο κακό//
Άλλαξε η γεύση του νερού/ Ποιος κολυμπάει σε τούτον το γιαλό; (Η Μέδουσα)

Και η παράδοξη νεκρική τελετή που αρχίζει με τη Μέδουσα που τους σαβανώνει συνεχίζεται με νεκροστέφανα κύματα στο ποίημα (Με απλωμένα τα χέρια) για να καταλήξει σε δέηση επιμνημόσυνη του ουρανού που σκοτεινιάζει στο ποίημα (Χαρακιά).

Τα αστέρια χλομά/ Έχασαν την όρασή τους/ Είναι σαν Ψυχοσάββατο με κεριά σβησμένα.

Την αίσθηση πως το ποιητικό υποκείμενο είναι το νερό την ενισχύει η ίδια η απουσία των προσώπων ακόμη κι από τις φωτογραφίες που, αν και αποδίδεται σε λάθος του φωτογράφου στο ποίημα (Αιρετικό), ωστόσο δεν παύει να είναι δραματική η έκκλησή τους να υπάρξουν και, αντί για νούμερα που είναι ως τώρα, να ξαναγίνουν άνθρωποι.

Βοηθήστε μας / Να ξαναγίνουμε πρόσωπα// Με ένα χάδι από βαθιά/ Η γάτα των προσφύγων/ Αποκοιμίζει τις έγνοιες τους/ Σε αδιέξοδες νύχτες ανταλλάσσει / Στοργή κατάκλειστη σαν σε όνειρο/ Σε αυτούς που δεν είναι τίποτε/ Μα και κανένας […]
(Η γάτα των προσφύγων).

Γράφει η Κολοσιάτου για τα πρόσωπα:

[…] Μας τους στείλανε/ Με τα πρόσωπα χωμένα/ Στις φλέβες του νερού/ Συσσωρεύονται στις ακτές/ Σαν σχισμένη σκιά/ Όπως τα ψάρια μέσα στη γυάλα […]
Εκτός όμως απ’ τους απεγνωσμένους πρόσφυγες που απώλεσαν τα πρόσωπά τους ανάλογα παρουσιάζεται και ο όλεθρος στο ποίημα (Σκοτεινό λιθάρι) με Πρόσωπο άδειο/ Δίχως στόμα και δάκρυα αλλά και ο τυφώνας που στο ποίημα (Μέχρι το βυθό) δανείζεται άλλα μάτια, προκειμένου να βλέπει.

Περίτεχνα ο τυφώνας/ Φοράει τα μάτια του νερού// Δίχως επίθετο/ Η αλμύρα διαβρώνει τους νεκρούς/ Γωνία ακτής και θάλασσας.

Και η θάλασσα εντέλει είναι η μόνη που διασώζει ακέραιο το πρόσωπό της, αφού όπως γράφει στο ποίημα (Μέχρι το βυθό) Στο μέτωπο της θάλασσας χτυπάει/ Η οργή του Ποσειδώνα, καθιστώντας το ίδιο το νερό πρόσωπο που του έχει ανατεθεί άγνωστο από ποιον ο ρόλος του διαιτητή. Λέει στο ποίημα (Χωρίς φυλαχτό)

Ποιος μπορεί να αποδεχτεί/ τη διαιτησία του νερού; Και παρακάτω: Κάτοπτρο θανάτου το νερό/ Για όσους θέλησαν να διασχίσουν/ Τη θάλασσα.

Γι’ αυτό και οι μορφές που πια δεν κατοικούνται από όνειρα παρουσιάζονται ως ασαφείς, όπως ασαφής είναι κι η γλώσσα που μιλούν. Ασαφής και εξόριστη, όχι γιατί ακούγεται από τον ξένο κόσμο απ’ όπου έρχονται, μα γιατί ήδη αντηχεί από τον κάτω κόσμο. Μόνο ο λυγμός τους διακρίνεται καθαρά ανακατωμένος με τη μουσική του Τιτανικού, σε έναν συσχετισμό που ξεπερνά τη φρίκη του θρυλικού εκείνου ναυαγίου, καθώς του σύγχρονου ναυαγίου ο χαμός μοιάζει να επιμένει να τελείται επ’ αόριστον.

Ως εκ τούτου, στην ανά χείρας συλλογή τα πάντα βυθίζονται εκτός του τρόμου και του θανάτου που παραμένουν αβύθιστα. Εκείνο μάλιστα που καταγγέλλεται είναι το ίδιο το χρονικό του ναυαγίου που περιφέρεται, όπως σημειώνει, μέσα στο σπίτι μας. Για ν’ αναρωτηθεί στο τέλος του ποιήματος (Φωνές) Συνηθίζεται η οσμή του θανάτου;

Όχι δεν συνηθίζεται και βέβαια το πρόσφατο προσφυγικό δράμα δεν είναι παρά μια πιο απτή και άμεση υπενθύμιση του άδικου που έχει γίνει πλέον συνώνυμο της ύπαρξής μας στη γη. Μια ύπαρξη τόσο σύντομη και τόσο ευάλωτη που ωστόσο κάποιοι επιμένουν να παίζουν βρώμικα παιχνίδια εις βάρος της πουλώντας ψεύτικες ελπίδες και υποσχέσεις, την άλλη όψη αποτρόπαιων συμβολαίων θανάτου.

Συνωμοτούν/ Φέρνουν το φάντασμα της ελπίδας/ Βάζουν τους ανθρώπους να ψάχνουν/ Όπως ο τυφλός με τα χέρια// Επαναπροώθηση ονείρων/ Γλιστρά μες στο Βαλκανικό διάδρομο/ Και φέρνει δυστυχία// Αν περάσουν στην άλλη πλευρά/ Λένε θα σωθούν/ Άνθρωποι που χρειάζονται προστασία (Αληθινές ιστορίες φθοράς)

Ο λόγος εκφέρεται στα ποιήματα ασθματικός και ακαριαίος, σύντομος και λαχανιαστός θαρρείς και παρακολουθεί η γραφή την κομμένη ανάσα των τραγικών ταξιδευτών. Δεν έχει την πολυτέλεια των επεξηγήσεων ούτε και λέξεων συνδετικών, προκειμένου να επιτευχθεί η αφηγηματική ροή. Άλλωστε εδώ τίποτα δεν ρέει, τίποτα δεν κυλά ομαλά προς τον προορισμό του. Εδώ ακόμα κι ο ήχος του νερού ακούγεται σαν κρότος. Ούτε τελείες υπάρχουν στους στίχους, λες και δεν προβλέπεται κάποιο τέλος στον θάνατο και στον πνιγμό. Μόνο πού και πού αναδύονται κάποια ερωτηματικά που κι αυτά μένουν μετέωρα και αναπάντητα.

1. Να αναγνωρίζονται άραγε οι άνεμοι/ Που λιγόστεψαν το δρόμο τους; (Της θάλασσας)
2. Άλλαξε η γεύση του νερού/ Ποιος κολυμπάει σε τούτον το γιαλό; (Η Μέδουσα)
3. Πού βρέθηκαν τόσοι νεκροί; (Όσοι αγρυπνούν)
4. Λέξεις ταξιδεύουν/ Θα πιάσει η ευχή; (Μουντζούρα του λόγου)
5. Συνηθίζεται η οσμή του θανάτου; (Φωνές)
6. Να δραπετεύσουν/ Να πάνε πού; (Αναζητώντας καταφύγιο)

Ωστόσο, κάπου στη σελίδα 19 αναφαίνεται ένα σημείο φωτεινό, σαν μια ελπίδα που μετατίθεται σε χρόνο μέλλοντα και απροσδιόριστο. Γράφει εκεί:
Βαθιά στο μέλλον/ Η καταιγίδα/ Θα φέρει συμπόνια// Θα έρθουν τα Όνειρα/ Θα κυλήσει το νερό/ Το άλλο δάκρυ/ Θα ξεβάψει το θυμό […] (Κάποιοι που σου μοιάζουν)

Μέχρι τότε δυστυχώς θα γράφουμε ποιήματα καταγγελτικά και θα επιχειρούμε να κάνουμε τη φρίκη χειρόγραφη μήπως και λιγοστέψει.

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Φωτογραφία: Matic Zorman.]

Δείτε τα περιεχόμενα της έντυπης έκδοσης εδώ.

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly

Twitter

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly