Η τεχνική του μακγκάφιν

Enrique Vila-Matas, Στο Κάσελ δεν υπάρχει λογική, μτφρ. Νάννα Παπανικολάου, εκδ. Ίκαρος, Αθήνα 2017. 

Ένας συγγραφέας προσκαλείται σε μια έκθεση σύγχρονης τέχνης σε μια γερμανική πόλη, το Κάσελ. Η σταδιακή προσαρμογή του σε αυτόν τον τόπο, μετατρέποντας την κάθε του ώρα σε έναν μηχανισμό παραγωγής νοήματος, του φέρνει ευφορία και διώχνει από πάνω του τη νυχτερινή μελαγχολία.

Ο Ενρίκε Βίλα-Μάτας παραθέτει την εμπειρία του πρώτα από την προετοιμασία για το ταξίδι και ύστερα από τη διαμονή στο Κάσελ. Αφήνει τον εαυτό του ολοένα πιο χαλαρό, για να χαθεί στη μέθη μιας καλειδοσκοπικής διαπραγμάτευσης των νοημάτων, με τη λογική σε διαρκή αναίρεση και αμφισβήτηση, με την πολιτεία του Κάσελ να προκαλεί το μυαλό να νοήσει τον κόσμο με εγκάρσιες τομές και ανατροπές.

Enrique Vila-Matas

Το στοιχείο που κινητοποιεί τη δράση (πρώτα ψυχική κυρίως και μετέπειτα και σωματική) είναι η τεχνική του μακγκάφιν. Όπως λέει η υποσημείωση του βιβλίου, το μακγκάφιν (ένας κινηματογραφικός όρος που επινόησε ο Άλφρεντ Χίτσκοκ) είναι ένα προσχηματικό αφηγηματικό στοιχείο πάνω στο οποίο στήνεται η πλοκή. Στο βιβλίο το ένα μακγκάφιν διαδέχεται το άλλο κι είναι όλα αυτά προκλήσεις για το πνεύμα του συγγραφέα, για να συρθεί στην περιπέτεια της επίσκεψης στην πόλη της σύγχρονης τέχνης, το Κάσελ. Όταν πλέον ταξιδεύει και βρίσκεται στην πόλη, τα μακγκάφιν αποκτούν έντονο βιωματικό χαρακτήρα, ταυτισμένα με τα καλλιτεχνικά δρώμενα στις διάφορες γωνίες της πόλης του Κάσελ. Οι εκθέσεις της μοντέρνας τέχνης διακατέχονται όλες από την τάση της ανατροπής της καθεστηκυίας τάξης κι ο ψυχισμός του συγγραφέα αφήνεται στη γοητεία αυτής της ανατροπής. Η πλοκή λοιπόν στο μυθιστόρημα είναι μια διανοητική περιπέτεια, με αφορμή διάφορα μακγκάφιν που ανδρώνονται στην πόλη του Κάσελ.

Αυτό που λέμε μακγκάφιν μοιάζει αρκετά με την τεχνική της αναλογίας, να πλησιάζεις δηλαδή ένα θέμα παρασυρόμενος στην παρουσίαση ενός θέματος παραπλήσιου. Όμως στο μακγκάφιν η πρόκληση για άναρχη παρέκκλιση από τα όρια είναι εμφανής, μοιάζει το μακγκάφιν με ένα μονοπάτι που παίρνεις και σε απομακρύνει από τον αρχικό προορισμό κι ενώ όλα είναι διαφορετικά, το μονοπάτι έχει μια μυστήρια κυκλωτική τροχιά που σε οδηγεί στον αρχικό προορισμό, με τελείως διαφορετικές εικόνες να έχεις αποκομίσει και τελείως διαφορετικές εμπειρίες από αυτές που είχες αρχικά στο μυαλό σου. Κάτι αντίστοιχο που κάνει ο Μαρσέλ Ντυσάν στις εικαστικές του συνθέσεις αποδεικνύοντας πως το θέμα δεν είναι να δεις ένα αντικείμενο διαφορετικά αλλά να το σκεφτείς διαφορετικά.

Εδώ το πνεύμα δέχεται προκλήσεις σαν αινίγματα όπου καλείται να ψάξει και να βρει τη σωστή οδό αποκρυπτογράφησης κι όσο το μυαλό ξετυλίγει τη σκέψη του, προβάλλεται μια διαφορετική οπτική του κόσμου, με κίνητρο ένα βαρύγδουπο λάφυρο, την αναζήτηση του μυστηρίου του σύμπαντος. Θα λέγαμε πως η εξέλιξη της δράσης συντελείται με τρόπο υποδόριο, εσωτερικό, υπόγειο. Κάποια στιγμή το μυαλό αναγκάζεται από την τοξικότητα της σκέψης που παράγει να κινητοποιήσει τα μέλη του σώματος, ο συγγραφέας λοιπόν σταδιακά ολοένα και περισσότερο αρχίζει να κινείται στην πόλη, να πηγαίνει με τα πόδια από δρώμενο σε δρώμενο, όλα γύρω του φαντάζουν σαν προκλήσεις, είναι ημιτελείς φράσεις που καλείται να τις συμπληρώσει, το σώμα ολοένα πιο ενεργά κινητοποιείται, μέχρι που στο τέλος του βιβλίου συντελείται μια υπερκινητικότητα, ένα ντελίριο ευφορίας, μια οριστική αναίρεση της θλίψης που κατέτρεχε τον συγγραφέα στο παρελθόν, ειδικά την ώρα που πέφτει το σκοτάδι της νύχτας.

Μια πρωτοτυπία του βιβλίου είναι το ύφος, η στιβαρή βαριά φωνή του συγγραφέα που δέχεται διανοητικές προκλήσεις κι ανταποκρίνεται με ευελιξία, στήνοντας ένα αναποδογύρισμα της κάτοψης του κόσμου, ένα λογικό παράλογο, μια ανατροπή ενός γενικού κανόνα. Στις σελίδες εκτυλίσσονται διαδοχικές προσπάθειες επίλυσης αινιγμάτων. Το γεγονός παύει να παρατίθεται με τις παραδοσιακές κλασικές μεθόδους της αφήγησης και της περιγραφής, εδώ παρουσιάζεται σαν πνευματικό παιχνίδι που ζητά τη διελεύκανσή του. Πράγματι έχουμε μια καινούρια πρόταση στο θέμα της τεχνικής της ανάπτυξης ενός μυθιστορήματος, χωρίς όμως η γραφή να παρεκτρέπεται στα χαρακτηριστικά του καθαρά δοκιμιακού λόγου. Δεν έχω ξαναδιαβάσει μυθιστόρημα που να χρησιμοποεί τόσο ελάχιστα την περιγραφή και την αφήγηση, που είναι ολόκληρο ένα πνευματικό παιχνίδι. Σε παρασύρει, με πρόσχημα μια δική του λογική, σε ένα πρωτόγνωρο και οικείο παράλληλα βίωμα του κόσμου.

Ο Ισπανός συγγραφέας Ενρίκε Βίλα-Μάτας κατά βάθος θεωρεί πως ο καλύτερος τρόπος για να μιλήσεις για κάτι που σε συγκινεί είναι η πλάγια οδός, η παραπλάνηση, η λοξή ματιά, το άνυδρο τοπίο, τόσο άνυδρο που κοντεύεις να βουλιάξεις στο νερό. Σταθερά, από την αρχή μέχρι το τέλος του βιβλίου, η φωνή που μιλάει, στέρεα, βαθιά, αγέρωχη, παραμένει ίδια, αλλά ο τόνος αλλάζει υπόγεια, το νιώθεις από την ευφορία των νοημάτων που ξεπηδάνε, από την αθέατη αλλαγή του ψυχισμού της πόλης, από το πνεύμα που πια δεν αντέχει άλλο και γίνεται σώμα. Κι είναι εδώ, σε αυτό το σημείο, που προσδιορίζω το βάρος αυτού του βιβλίου, τουλάχιστον για μένα: ο λόγος γίνεται ταυτόσημος του βιώματος, ο λόγος κινητοποιεί το βίωμα και το προσδιορίζει. Ο άνθρωπος είναι λοιπόν ικανός να καθορίσει τα βήματά του, τη σκέψη του, τους στόχους του. Παρατηρεί και κατευθύνει παράλληλα, κινείται και η κίνηση είναι παράλληλα λόγος κι ο λόγος είναι παράλληλα βίωμα. Αυτή είναι η ευφορία στο τέλος του βιβλίου, το αίσθημα της αυτοπεποίθησης, της δυνατότητας να προκαθορίσεις τα πράγματα παρατηρώντας και αναλύοντας σωστά με μια διαφορετική οπτική και μέθοδο, που οδηγούν στην αναίρεση του νόμου της βαρύτητας, τη ρευστοποίηση, τον επανακαθορισμό, την ποίηση.

Όπως γράφει ο συγγραφέας: «η τέχνη ήταν, όντως, κάτι που μου συνέβαινε, που γινόταν εκείνη ακριβώς τη στιγμή». Νομίζω αυτό είναι το ζητούμενο στο βιβλίο, μια ταύτιση της τέχνης με τη ζωή, ένας διαρκής επαμφοτερισμός κι επανακαθορισμός, μέχρι που τελικά ζωή και τέχνη γίνονται ένα, σε χρόνο ταυτόσημο, στο ίδιο σώμα. Κι εδώ ο Ενρίκε Βίλα-Μάτας έρχεται να συναντήσει τον φίλο του Ρομπέρτο Μπολάνιο, που επιχειρούσε κάτι αντίστοιχο, που η ζωή του έγινε ποίηση κι η ποίησή του απλώθηκε σε μυθιστορήματα και διηγήματα. Ο Βίλα-Μάτας διαφέρει στο σημείο ότι είναι αμιγώς πεζογράφος στον τρόπο που λειτουργεί, ενώ ο Μπολάνιο είναι καθαρά ποιητής στα γραπτά του. Αλλά υπάρχει μια κοινή συνισταμένη: η ζωή που γίνεται λέξεις κι οι λέξεις που επανακαθορίζουν τη ζωή, ο σπλαχνικός ρεαλισμός που ευαγγελίστηκε με θέρμη ο Μπολάνιο. Η συγγένεια αυτή προδίδεται από τον Ενρίκε Βίλα-Μάτας και στο βιβλίο, στη σελίδα 358:

«Συνοδεία της ωραίας μουσικής από το διπλανό δωμάτιο, διάβασα για κάμποση ώρα τη σελίδα 193 του Ρομαντισμού. Σε αυτήν γινόταν λόγος για το «Ταξίδι χωρίς κατεύθυνση», ένα ποίημα του Άιχεντορφ, οι στίχοι του οποίου παρέτειναν το παραδοσιακό μοτίβο των μεγάλων ταξιδιών και των παρεκκλίσεων που εγκαινίασε ο Οδυσσέας, το μοτίβο από το οποίο έβγαλαν οι ρομαντικοί το ταξίδι χωρίς προορισμό και σκοπό, το ταξίδι χωρίς τέλος, το μοτίβο που θα συνέχιζε ο Ρεμπώ με το «Μεθυσμένο καράβι» του και θα παρέτεινε, μεταξύ άλλων, ο Ρομπέρτο Μπολάνιο όταν έλεγε ότι τα ταξίδια είναι δρόμοι που δεν οδηγούν πουθενά, αλλά, παρ’ όλα αυτά, είναι μονοπάτια που πρέπει να πάρουμε και να χαθούμε για να ξαναβρούμε κάτι: να βρούμε ένα βιβλίο, μια χειρονομία, ένα χαμένο αντικείμενο, να βρούμε ίσως μια μέθοδο, να βρούμε το καινούριο αν είμαστε τυχεροί, αυτό που πάντα βρισκόταν εκεί».

Το μυθιστόρημα βρίθει από αναφορές σε άλλους συγγραφείς και αποσπάσματα από έργα τους, από αναφορές επίσης σε άλλες τέχνες, κυρίως ζωγραφική, γλυπτική και κινηματογράφο. Άφθονες παραπομπές λοιπόν σε καλλιτέχνες και έργα τους, μια διαρκής επαναδιαπραγμάτευση θεμάτων της τέχνης, χωρία από βιβλία άλλων συγγραφέων που είναι τόσο καλά αφομοιωμένα που γίνονται κτήμα του συγγραφέα, ένα δικός του οδηγός πλεύσης. Κι όλα αυτά παράλληλα με την περιήγηση του συγγραφέα σε εγκαταστάσεις μοντέρνας τέχνης στο Κάσελ, που είναι μακρινοί απόηχοι των ready-mades του Ντυσάν. Κι η πορεία αναζήτησης του Βίλα-Μάτας, η καθαρά ατομική είναι παράλληλα μια πορεία αναζήτησης σε ευρύτερο πλαίσιο, μια μύχια διαπραγμάτευση της πορείας της Ευρώπης, αυτής της μεγάλης αγκαλιάς όπου ζούμε και αλληλοπροσδιοριζόμαστε.

Από την πρόσφατη Documenta στο Κάσελ.

Υπάρχουν και σελίδες που ίσως κουράζουν με το επαναλαμβανόμενο γνώριμο μοτίβο τους. Αλλά δεν μπορείς να το αφήσεις το βιβλίο. Εκεί που πάει να σε κουράσει, σε ξαφνιάζει ευχάριστα. Το θεωρώ ένα δυνατό, βαρύ βιβλίο, για απαιτητικούς αναγνώστες. Σε προκαλεί να επιστρέψεις στις σελίδες που διάβασες. Η ευφυΐα αναβλύζει, όχι η επίδειξή της αλλά η ίδια η ευφυΐα ως κατάσταση. Καταλαβαίνεις αμέσως πως βρίσκεσαι σε κάτι καινούριο που δεν έχεις ξαναδιαβάσει, που είναι πρωτότυπο και αληθινό. Μου θυμίζει –κάνοντας μια αναγωγή στην ελληνική επικράτεια- το στέρεο, στιβαρό και ακαδημαϊκό ύφος του Σεφέρη στην εκφορά του λόγου και παράλληλα την πειραματική πρακτική του Αλέξανδρου Σχινά στην Αναφορά περιπτώσεων. Μοιάζει το μυθιστόρημα του Ισπανού Ενρίκε Βίλα-Μάτας με μια συμβουλή που απευθύνει ο συγγραφέας στους αναγνώστες του και την ίδια στιγμή την εφαρμόζει στην πράξη: «γράφε αυτό που σου συμβαίνει».

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Φωτογραφία: Zeke Berman.]

Δείτε τα περιεχόμενα της έντυπης έκδοσης εδώ.