Μετά τις πρώτες αναγνωριστικές ερωτοαπαντήσεις, φτάσαμε στο κέντρο της συζήτησης, τον πυρήνα της κουβέντας μας. Το σημείο που θα προσδιόριζε τις επόμενες κινήσεις μου, θα έδινε επαρκή σημάδια, είτε θετικά είτε αρνητικά, για την εξέλιξη της γνωριμίας μας.

«Ποιο είναι το χόμπυ σου;» με ρώτησε, αφήνοντας τα εύμορφα μάτια της, στοχαστικά να ταξιδέψουν στο πρόσωπό μου.

«Είμαι ψαροντουφεκάς» απάντησα διστακτικά.

«Σου πάει» είπε, κι έγειρε ελαφρά το κεφάλι της πλάγια, εξεταστικά, για να επιβεβαιώσει το συμπέρασμά της, κοιτάζοντας το αριστερό προφίλ μου.
Μετά την ενθουσιώδη αποδοχή της ερασιτεχνικής απασχόλησής μου, ήμουν σίγουρος ότι οι εξελίξεις θα ήταν ραγδαίες. Η συγκαταβατικότητα που έδειχνε, σ’αυτήν τη μικρή χαραμάδα της ζωής μου, ήταν το νοητό χάδι, το κύμβαλον το αλαλάζον της αγάπης. Η σχέση μας θα έφτανε στο επιθυμητό αποτέλεσμα. Να την κατακτήσω ερωτικά και μάλιστα σύντομα.

Στην καρδιά του θέρους, Ιούλιος μήνας, με το θερμόμετρο στους 40 βαθμούς, το κάθετο λιοπύρι, τις ορδές των ηλιαχτίδων να προελαύνουν αυτοβούλως, την γοργήν αναπνοήν των πνευστιόντων, από μια ενέλπιστη ερώτηση και την επικουρική απάντησή μου, είχε γεννηθεί η ελπίδα- αυτή γοργόφτερη ουσία της επιθυμίας- κατακτήσεως της ευγενούς και κομψοτάτης κόρης . Το εκπορθητικό μου σχέδιο είχε ανασταλεί, ο αβέβαιος κόσμος μου είχε υποσταλεί, όμως ο λαμπτήρας του μέλλοντος φωταγωγούσε την παντοκρατορία του παντός μου, η πάμφωτος φωτοχυσία της μέρας αντανακλούσε την αισιοδοξία μου.

Ή μήπως ο εύλαμπρος ήλιος, ο ηλιοσίφουνας του θέρους, μου τρυγούσε τας φρένας, οδηγώντας σε δηλώματα άστοχα και αυθαίρετα; Μήπως το κλαδευτήρι της δαιμόνιας φωτοπηγής θυροκροκροτεί την ευταξία του νου μου, η πραγματικότητα γίνεται ονειροδότης ευφάνταστων αφηγήσεων;
Ο καύσων αυτός ήταν ο ποιών των ικάριων λογισμών μου;


[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Όλο τον Ιούλιο δημοσιεύουμε κείμενα για τον καύσωνα.]

Δείτε τα περιεχόμενα της έντυπης έκδοσης εδώ.