Δεν ήταν άλλη κεντήστρα σαν τη Στεφανή. Και πώς έρχονται και ξέρχονται τα πρόσωπα και η ζωή τους…

Η Στεφανή ήταν παντρεμένη με το Στάθη και έρχεται η πείνα και μ’ ένα σαπιοκάραβο έφυγε ο Στάθης για την Αμέρικα. Εκεί δουλεύει σε βαριά δουλειά, όπως ούλοι οι μετανάστες, γκρεμίζουν τα βουνά κι ανοίγουν δρόμους, σκάβουν τη γης και βγάνουν κάρβουνο και βλαστημάνε την ώρα και τη στιγμή. Και δε γράφει ο Στάθης πως κακοπερνάει και το ‘χει σε ντροπή να γυρίσει στην πατρίδα, γιατί είναι ακόμα με κασκέτο και ούτε καδένα φορεί, ούτε ερημιά. Μονάχα κάνει οικονομία και στέλνει το εισιτήριο της Στεφανής να πάει να τον ανταμώσει. Και δουλεύουνε μαζί, κάνουν περιουσία και γυρίζουν στην πατρίδα πλούσιοι και χορτάτοι.

Πάει η Στεφανή στην Αμερική και την πιάνει ο διάολος και ούτε ώρα δε θέλει να κάτσει στις τρώγλες του Σικάγου, άσε το κρύο.

«Πάμε να φύγουμε», λέει στο Στάθη, «κεντάω ένα σεντόνι, δουλεύεις και συ και ζούμε. Να φύγουμε απ’ τον αφορεσμένο τόπο!».

«Μένουμε δέκα χρόνια», της λέει ο άντρας της, «και μετά πάμε στην πατρίδα και δε δουλεύουμε άλλο».

Η Στεφανή ούτε ν’ ακούσει. «Εγώ δεν κάνω παιδιά στην ξενιτιά και πάμε να φύγουμε».

«Είμαστε παντρεμένοι, Στεφανή και καλά ή κακά πρέπει να ζήσουμε μαζί. Και συ μ’ αφήνεις και φεύγεις και ’γω δεν έτρωγα να μάσω λεφτά και να σε φέρω κοντά μου».

«Με πονούν τα πόδια μου», του λέει η Στεφανή «και νέα γυναίκα, θέλεις να πιαστώ και να μείνω στο κρεβάτι!»

«Αν φύγεις από μένα ούτε γραφή», της είπε ο Στάθης.

Η Στεφανή γύρισε στην πατρίδα χωρίς τον άντρα της και κένταγε σεντόνια και μαξιλάρια να ζήσει. Μα ο καημός του χωρισμού με τον άντρα της μεγαλώνει και νέα γυναίκα χωρίς άντρα δεν αντέχει. Το ρίχνει στο κρασί με τον καιρό και λησμονιέται. Την ημέρα κεντάει, τη νύχτα μεθάει, γελάει και κλαίει. Κι όταν έρχεται γιορτή δεν πιάνει τη βελόνα, πάει στα χωράφια και σκάβει και κοπιάζει το κορμί της να μη θυμάται. Το ίδιο κάνει στου άντρα της τη γιορτή.

Κινάει και πάει στο αμπέλι να κόψει σταφύλια και κόβει τα βάτα που φουντώνουν στις ελιές και δεν απλώνονται τα λιόπανα και έρχεται ο καιρός και μαζώνουν τις ελιές. Παίρνει το φαΐ της να φάει το μεσημέρι και ένα λαήνι κρασί. Κινάει για τ’ αμπέλι η Στεφανή, κοιτάει τον ουρανό• δεν έχει σύννεφα παρά κατά τη δύση πετάγεται ένα μαύρο, ένα άσπρο και είναι αλλαγμένος ο καιρός και κάτι έχει ο ήλιος και ο αέρας περισσότερο ή λιγότερο από χτες. Φαίνεται μαραζιάρης ο καιρός μπορεί και να βρέξει.

Είναι στενοχωρημένη η Στεφανή που ο άντρας της ξαναπαντρεύτηκε και έχασε κάθε ελπίδα του γυρισμού του. Οι χωριανοί της την κατηγοράνε, που άφησε τον άντρα της και βγάνει τα μάτια της με τη βελόνα να ζήσει. Και μαθαίνουν ο Στάθης είναι πλούσιος και πιο πολύ την κατηγοράνε, δεν κουμαντάρισε μυαλό και πήρε απόφαση βιαστική. Γυρεύουν τη Στεφανή να παντρευτεί και κείνη λέει όχι, μακριά απ΄το αγύριστο αντρικό κεφάλι.

Απ’ το πρωί κόβει βάτα και πάει μεσημέρι. Δεν αντέχει άλλο το κασσάρι, και κάθεται κάτω απ’ το ψηλότερο κλήμα. Στρώνει ένα παλιό σεντόνι και τρώει με στενοχώρια. Πίνει νερό και είναι χλιαρό από τον ήλιο, κοιτάει το λαήνι με το κρασί και λέει τζάμπα το ‘φερα .Και πίνω το βράδυ στο σπίτι και χαιρετάω τον άντρα μου για τη γιορτή του και κείνος άλλη παντρεύτηκε και με ξεχνάει. Και της έρχεται ένα δάκρυ ποτάμι και δε σταματάει. Πετάγεται η καρδιά της απ’ τ’ αναφιλητά και το στεναγμό και ξεραίνεται το στόμα της. Παίρνει το λαήνι να πιει μια στάλα, όχι πιο πολύ. Και την πιάνει δίψα και πίνει και διψάει. Πίνει ούλο το κρασί, ζαλίζεται και δεν κλαίει. Ξαπλώνει στο σεντόνι και ο νοτιάς την πλημμυράει ερωτική ορμόνη. Κουνιούνται τα φύλλα και ψιθυρίζουν και της φαίνεται πως κάποιος της μιλάει στ’ αυτί βαραίνει η σκέψη και ούλους τους άντρες του κόσμου θέλει να τους φιλήσει. Και μα τον έρωτα της μακρινής αγάπης…

Πιάνει μια σβήνα χώμα και φιλεί το χώμα. Και σαν μισοκαταλαβαίνει τι κάνει, πετάει το χώμα και φιλεί τα χέρια της και τα πόδια της και της έρχεται ένα γέλιο και σαν τη ζουρλή γελάει.

Περνάει το σοκάκι ο γείτονάς της ο Θανάσης, ακούει το γέλιο, «η Στεφανή θα είναι, ας μπω να πούμε καμμιά κουβέντα».

Ο Θανάσης ήθελε να παντρευτούν με τη Στεφανή, εκείνη προτίμησε το Στάθη, πήρε και κείνος την Αυγερινή. Η Αυγερινή ανασταίνει παιδιά, νύχτα σηκώνεται, μεσάνυχτα κοιμάται, ούτε ρόμπα δεν προλαβαίνει ν’ άλλάξει. Ενώ η Στεφανή είναι κεντήστρα και το φουστάνι της είναι καθαρό και το χέρι της τρυφερό και πιάνει το βελούδο.

Μπαίνει στο αμπέλι ο Θανάσης και ξεροβήχει να μην ξαφνιαστεί η Στεφανή και φοβηθεί. Ψάχνει τα κλήματα και τη βρίσκει πεσμένη ανάσκελα και μεθυσμένη και έχει κληματόφυλλο στο στόμα και το φιλεί και το δαγκώνει και πίνει τη στιφάδα του και την καταπίνει. Και πάλι την πιάνει το γέλιο κι ο μεθυσμένος άνθρωπος σαν το ζουρλό ό,τι θέλει κάνει.

Ο νοτιάς βαραίνει τα φύλλα και ανοίγουν πόρους να πιούνε τη βροχή και πέφτει ανάμεσα ουρανό και γης μια ησυχία και έρχεται η μπόρα. Γέρνει ο Θανάσης πλάι στη Στεφανή και κείνη δεν κατέχει. Βάνει το χέρι του γύρω στο κεφάλι της και τρέμει και δαύτος.

-Είσαι άρρωστη Στεφανή; Και θέλεις μένω και θέλεις φεύγω.

Η Στεφανή δεν του μιλάει γυρίζει πάνου του το κορμί της και τον αγκαλιάζει. Μια μεγάλη στάλα βροχή σκορπιέται στο πόδι της Στεφανής. Σκύβει ο Θανάσης και την πίνει. Γδύνει τη Στεφανή, γδύνεται και εκείνος και πέφτει αστραπή απάνου τους, πεθαίνουν αγκαλιασμένοι.

Η Στεφανή ανοίγει γούβα και χώνει το λαήνι και λέει «δεν ξαναπίνω».

-Αν μ’ αγαπάς Θανάση μού το λες και σε ανταμώνω.

-Είναι και η Αυγερινή και στα κρυφά θα σε βλέπω. Μισή καρδιά του σπιτιού μου Στεφανή και μισή και παραπάνου δική σου. Κι άλλη φορά δεν κόβεις βάτα και χαλάς τα χέρια σου και την καρδιά σου. Παίρνω τα χτήματά σου μισιακά και μπαίνω ελεύθερα στο σπίτι σου.

-Από το μυαλό μου δυστυχώ, του λέει η Στεφανή, και χωρίζω από τον άντρα μου. Και δεν περνάει η ζωή και θέλω τρυφερότη από άντρα. Και μεις είμαστε μαζί κι έτσι το φέρνει η ώρα και η στιγμή.

-Στεφανή προχωρείς μόνη σου και σε φτάνω.

Βρέχει ακόμα. Ανταμώνουν στο σταυροδρόμι και φτάνου μαζί στα σπίτια τους με τις κασσάρες στον ώμο.

H Στεφανή έχει αγαπητικό και είναι ευτυχισμένη. Κεντάει καινούργια σχέδια, βγάνει απ’ το μυαλό της πουλιά και λουλούδια. Κεντάει κι ένα δικό της σεντόνι και το βελόνι της ξομπλιάζει τον έρωτα με αμπελόφυλλα και σταφύλι. Bλέπει την τέχνη της ο Θανάσης και τη θαυμάζει και δε φεύγει η Στεφανή απ΄ την καρδιά του. Και η Στεφανή κεντάει το λόγο της και ούλα τα χρόνια τα ζει με το Θανάση. Αλλά ζωή και θάνατος… Είναι ανεβασμένος στην ελιά ο Θανάσης και τινάζει. Κάπως έκαμε και γλίστρησε, βαρεί το κεφάλι του στην πέτρα και μένει του τόπου.

Η Στεφανή παίρνει πάλι και πίνει. Μεθάει μέρα-νύχτα και δεν τη νοιάζει τι λένε. Πάει στο αμπέλι και περιμένει το Θανάση σαν κείνη την ημέρα. Και δεν τη νοιάζει και τη βρίσκει ο άλλος μεθυσμένη, κάνει ό,τι κάνει και την αφήνει και φεύγει. Και φτάνει και κάθεται σε κείνη την καλύβα στα χωράφια μοναχή της. Και της πηγαίνουν τα παιδαρέλια ψωμί και κρασί και τους μαθαίνει τον έρωτα.

[Το παραπάνω απόσπασμα είναι από το μυθιστόρημα της Μαρίας Καρδαρά, Ο Σετλά, Ιδιωτική έκδοση, Αθήνα, 2015 και προσβάσιμο στον ιστότοπο: http://karthara.blogspot.gr/p/setl.html. Φωτογραφία: Dorothea Lange (1939).]