Τόση ήταν η ησυχία που σ΄αγάπησα παράφορα.
Ολόκληρη η πόλη χάρισμά σου, μου ’πες
και εκτινάχθηκαν στα ύψη
οι μικροί και ακίνδυνοι ως τότε παλμοί μου.
Έκτοτε αϋπνίες, έρωτες και προσευχές.
Εσύ στην κορφή του πίνακα δίχως κουράγιο
μ’ ένα κατακόκκινο φουστάνι
προσμένοντας τα μυστικά εκείνα πλοία
που διασχίζουν τις νύχτες.
Και εγώ ολόγυμνος,
στη στάση που ζωγραφίζουν τους ικέτες.
Σοφός και ωραιότερος
περισσότερο και απ’ ένα ξαφνικό παραμύθι
μες στις τυχαίες τροχιές αυτής της πόλης.
Κάθε τόσο σταματώ
και γράφω στον αέρα τ’ όνομά σου.
Συνεχίζω μεγαλώνοντας μέσα μου παιδιά,
Δέντρα
θυσίες.
Δεν θα σε ξεχάσω ποτέ.
Πάντα θα σου γράφω.
Σε κάθε μέρος που θα φτάνω
θα σου φτιάχνω μια ζωγραφιά
με τα πιο κραυγαλέα χρώματα.
Έτσι για ν΄ανατινάξω και αυτή τη νύχτα
απασφαλίζοντας μες στα φώτα των διασταυρώσεων
στίχους βιόλες και ενοχές.
[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Έργο του HalTenny (Το πλοίο των τρελών).]







