Μετάφραση: Κώστας Λιννός
Την πρώτη μέρα η κατσίκα σκαρφάλωσε στο πιο ψηλό κλαδί της ακακίας και είπε, το πλοίο που σαλπάρει προς τον νέο κόσμο θα βυθιστεί πριν αφήσει το λιμάνι. Αυτός έμεινε εκεί όλη νύχτα, μετρώντας τα άστρα σε τρεις αστερισμούς που δεν είχε δει ποτέ πριν, και το πρωί συγύρισε τον εαυτό του και είπε, οι ψαράδες που μπαλώνουν τα δίχτυα τους δεν θα καταφύγουν ξανά στη θάλασσα. Φύλλα έπεφταν απ’ το δέντρο, ο βοσκός καλούσε απ’ την κορυφογραμμή, κι η κατσίκα, παιχνιδιάρα μες στη ζέστη, χοροπηδούσε στο γυμνό κλαδί μέχρι αργά το απόγευμα, όταν αυτός αποσύρθηκε για να κοιμηθεί, δίχως να φοβάται για το τι το κέρινο φεγγάρι θα μπορούσε να φέρει. Εκείνη τη νύχτα ονειρεύτηκε μια ύαινα να κυνηγά ένα λιοντάρι σε μια κοιλάδα στην οποία η θάλασσα όρμησε, χωρίζοντας την ήπειρο σε μέρη με χρυσάφι και σε μέρη χωρίς. Κι όταν ξύπνησε στην ανατολή του ήλιου την τρίτη μέρα, πιστεύοντας ότι τα λευκά πηλίκια στο όνειρό του ήταν οι σελίδες ενός άγραφου βιβλίου αφημένου στην κορυφογραμμή απ’ την οποία τον καλούσε ο βοσκός, είπε, εδώ είμαι εγώ.
[*Στο τεύχος 11 θα βρείτε τη συνέντευξη που παραχώρησε ο Αμερικανός ποιητής στους Δημήτρη Αγγελή και Alí Calderón. Ο πίνακας είναι του William Holman Hut.]







