frear

Πικρούτσικα πικρούτσικα αφηγήματα – κριτική του Μιχάλη Μακρόπουλου

Θάνος Κάππας, Πικρούτσικα πικρούτσικα, Βιβλιοπωλείο της «Εστίας», Αθήνα 2015.

Ένας Προυστ «τσέπης», ο Θάνος Κάππας, στο Πικρούτσικα πικρούτσικα αναζητεί τον δικό του χαμένο χρόνο, «μουδιασμένος από μια συγκίνηση που εστίαζε στις γνωστές διαψεύσεις της ζωής, στο νόημα του χρόνου που περνά». Είναι μια τέχνη της στιγμής. «Ζούμε γυρισμένοι στη δίνη του παρόντος που επιβάλλεται πάνω μας κυριαρχικά», γράφει στην «Τοπιογραφία» (σελ. 106), και συνεχίζει: «Και πώς αλλιώς, αφού αυτό είναι ο άνθρωπος. Τι μου είπε, τι της απάντησα, πόσο άδικο έχει. Πόσα θα μπορούσα να της πω ακόμη, αν ήθελα». Μια τέχνη της στιγμής καμωμένη με ταπεινά υλικά της στιγμής, μα και μ’ ένα παράθυρο προς μια πιο πλατιά θέα του ανθρώπου και του κόσμου, που αναιρεί τη μικρότητα, όταν αμέσως μετά γράφει, καθισμένος στο μοναστήρι στη Σίκινο: «Καθώς το φως αρχίζει να λιγοστεύει και τα περιγράμματα μαλακώνουν, νιώθω να με πολιορκεί από παντού το νόημα της ζωής, το περιεχόμενο μιας εικόνας του κόσμου μας αρχέγονης και αιώνιας. Αποτελώ μάλιστα κι εγώ κομμάτι αυτού του νοήματος που ταξιδεύει, μέρος ενός κόσμου που δεν είναι μηδέν». Μ’ υλικά της μνήμης ανακουφιστικά απαλλαγμένα από τη γλυκερότητα της νοσταλγίας, ο Κάππας επιζητεί την επινόηση «μιας νέας ποιητικής στην επικράτεια της πεζολογίας».

«Ό,τι φυτρώνει στο χωράφι του καθενός μας αρδεύεται από την ίδια πηγή: την παιδική ηλικία», γράφει, και στις παιδικές αναμνήσεις του Κάππα, σε κάποια από τούτα τα αφηγήματα, δεσπόζει η φιγούρα του πατέρα του: «τεράστιος», όπως τ’ αγόρι τον έβλεπε από χαμηλά• «ένας άνθρωπος σε ειδική αποστολή, λιγάκι σοβαρός και απόμακρος». Ο μεσήλικας συγγραφέας κι ο πατέρας του στέκονται αντικριστά, μ’ ένα παράξενο διπλό καθρέφτισμα, και η λυρική ακροτελεύτια παράγραφος του βιβλίου, όχι τυχαία πιστεύω, αναφέρεται στην κηδεία του πατέρα.

Τα σαράντα μικρά πεζά σε τούτη τη συλλογή άλλοτε αγγίζουν την ποίηση –ένα υπόκωφο είδος της–, άλλοτε είναι δοκίμια σε σύνοψη, και στο δεύτερο μέρος, τιτλοφορούμενο Tragicomedia moderna, το κυρίαρχο ύφος είναι, ας πούμε, ένας ιμπρεσιονισμός του παραλόγου. Έτσι κι αλλιώς, η έκφραση είναι παντού ακριβής, δεν πλατειάζει ούτε «ποιητικίζει» – χάρισμα πολύτιμο και σπάνιο.

Όλα μαζί, συνθέτουν μια κατακερματισμένη αυτοβιογραφία, κι ο Κάππας έχει επίγνωση του ορίου που ο ίδιος έχει θέσει. «Πρόκειται σίγουρα για περιορισμένη έκθεση», γράφει, «φροντισμένη και φιλτραρισμένη από τη γλώσσα». Το φανέρωμα είναι και απόκρυψη, η εξομολόγηση είναι πάντοτε επιλογή κείνου που δε θα πεις. Στην «Τέχνη του μακιγιάζ» εξομολογείται: «Κατά μία έννοια δεν υπήρξε ακόμα ενηλικίωση αφού κανένα ερώτημα δεν απαντήθηκε πειστικά – κουκουλώματα μόνο και υπεκφυγές». Πράγματι, η ενηλικίωση αρχινά κει που παύει η εξομολογητική ανάγκη, μακριά απ’ το δημόσιο ξεδίπλωμα του εαυτού. Ωστόσο, η τετελεσμένη ενηλικίωση θα μας στερούσε, αλίμονο, αυτό το ξεχωριστό βιβλίο.

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ.]

Σε λίγο καιρό κοντά σας με νέο ηλεκτρονικό τεύχος στο mag.frear.gr
%d bloggers like this: