Πέρασα από τη μάνα
Δεν έχει πεθάνει
Μέσα στο χώμα
Πλέκει τους καημούς
Τα βάσανα
«Ποτέ δεν λιγόστεψες το λάδι μου»
Λέει χαμογελώντας
Στα μάτια με κοιτά βαθιά
Που πάλι σκοτεινιάζουν
Της παίρνω το μαντήλι
Μην καεί απ’ το κερί
Καεί και το ανθοδοχείο
Σπάσουν στάχτες
Και με λούσει
[Από τη συλλογή Αγριόχορτο στόμα, Ενδυμίων 2015.]







