frear

Τζέιν σε ποσειδώνια έκδοση – της Έλφης Κιλλαχίδου Λεφέβρ

Αφιερωμένο στους μικρούς συνωμότες Ραλενίκα

Ανέβηκε τις σκάλες τρέχοντας και σταματώντας απότομα κάθε τόσο. Όσο πλησίαζε, η αδυναμία της μπροστά στο αναπόφευκτο την τύφλωνε σαν γκρο πλάνο σε γιγάντια οθόνη που απειλεί να ισοπεδώσει το θεατή. Στάθηκε μπροστά στο νούμερο του δωματίου που της είχαν πει: 109. Η πόρτα ήταν ανοιχτή αλλά η προοπτική κρατούσε τα περαστικά βλέμματα στο κατώφλι. Μια μικρή αρχιτεκτονική πλεκτάνη, μια τρυφερή παραδοχή του διχασμού: αφήστε μας ήσυχους αλλά όχι και μόνους! Μια ύστατη προσφορά στο βωμό της ανθρώπινης αδυναμίας.

Ο διάδρομος ήταν άδειος• λεία επιφάνεια, μωσαϊκό με σκουροπράσινες ανταύγειες μαρμαρωμένων κυμάτων, ένας βυθός συμπαγής, αδιαπέραστος, ένα υποκατάστατο γεωλογικού στρώματος, μάρτυρας διαστάσεων με ημερομηνία λήξης. Θυμήθηκε τα καλοκαίρια στη Χαλκιδική. Τη Μπίλλη με τα μαλλιά της, κόκκινο περίγραμμα γύρω από το πρόσωπο, στερεωμένα μ᾽ ένα κοκάλινο οδοντωτό πιαστράκι στον αυχένα, μια αυτοσχέδια τρίαινα στο ένα χέρι κι ένα τούλι με γαλαζόπετρα, τα πράσινα κουφέτα, στο άλλο, να χάνεται στη θάλασσα απ᾽τη μεριά των βράχων κι ώρες αργότερα να αναδύεται, Τζέιν σε ποσειδώνια έκδοση με πλοκάμια χταποδιών αντί φύλλα μπανανιάς στη ζώνη της.

Στάθηκε ανήμπορη μπροστά στην ανοιχτή πόρτα. Καλοκαίρι αρχές… Το βλέμμα της πέρασε το κατώφλι που το βήμα της δεν τολμούσε να περάσει κι απ᾽την ανοιχτή πόρτα έπεσε στη θάλασσα. Παραθαλάσσια η Γενικά Κλινική και το δωμάτιο με θέα στη θάλασσα. Ξαναγύρισε σε κάποια άλλα καλοκαίρια πιο προχωρημένα, ιουλιανά ή αυγουστιάτικα, σε χρόνια πιό μακρινά, με άλλα δωμάτια κι άλλες πόρτες, όταν η Πηνελόπη Μπίλλη και η Βασιλική Μπέμπα με σορτσάκια ποπ-αρτ και τιραντέ εξώπλατα χαζολογούσαν για το ταγεράκι ντεμί-σαιζόν που είχαν ήδη στα σκαριά, με θέα τη θάλασσα, κάτω από τα πεύκα και οι Οδυσσέες τους, σε πάνινες πολυθρόνες πάνω σε σχεδία από πευκοβελόνες, υποδέχονταν ντόρτια και εξάρες με ιαχές και καλαμπούρια.

Παρέμεινε μετέωρη μπροστά στο ανοιχτό σαν διαμπερές τραύμα δωμάτιο με τη μνήμη της να αιμορραγεί και τις σκέψεις της υπότιτλους σε ασπρόμαυρο έργο με τέλος αμετάκλητο και λεπτομέρειες αδιευκρίνιστες. Απ᾽την άλλη μεριά της πόρτας η Μπίλλη και κανείς να μην μπορεί ν᾽αλλάξει τίποτα. Ήρθε να μοιραστεί την αγωνία. Μοιράζεται η αγωνία; Δεν ξέρει, δεν έμαθε. Όταν όμως την άκουσε να προφέρει σαν σε εκπνοή-κραυγή από σφιχταγκάλιασμα, «Ήρθες Άννα» κι ήταν τα μόνα λόγια πού άκουσε απ᾽τα χείλη της εκείνο το καλοκαίρι, ανίκανη να προσδιορίσει το σημείο στίξης, μπόρεσε να πει: «Ναι, Μπίλλη». Δεν είπε θεία. Τα τελευταία χρόνια κάθε που την αποκαλούσε θεία, εκείνη μουρμούριζε: «κεριά και λιβάνια» και συνέχιζαν να μιλάνε χωρίς άλλο σχόλιο. Δεν πήγαινε η γλώσσα της, της είχε κρατημένα κάτι «παλιά ξερά κομμάτια» για κατάχρηση εξουσίας, αυτή ενήλικη απέναντι στα ανήλικα: πιπέρι στο στόμα, αδέσποτες μπάτσες και άλλα. Έτσι ήταν, θεία και εύφλεκτη, σκανδαλιάρα και αυταρχική. Τώρα όμως τέρμα. Είχε έρθει για τη Μπίλλη, για τη Μυρσίνη, για τον εαυτό της, για να μη βρεθούν μόνες τους, όπως χρόνια πριν στο θάνατο του Οδυσσέα. Αναδρομικά, εκ των υστέρων, παράλογα, χωρίς να το ξέρει έκανε το ταξίδι που δεν μπόρεσε να κάνει τότε.

[Απόσπασμα από την Πανωλεθρία στους Αιγός Ποταμούς, των διηγημάτων-μυθιστόρημα, με τίτλο ΙΣΚΑΡΙΩΤΙΣΣΑ, που θα κυκλοφορήσει τέλη Ιουνίου από τις Εκδόσεις Γαβριηλίδη. Φωτογραφία: Nuri Bilge Ceylan.]

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly

Twitter

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly