…αφήνοντας πίσω, άδεια δωμάτια
Θ. Κωσταβάρας
Η χωρική της Αταλάντης είναι ένα κορίτσι σαν όλα τ’ άλλα. Τ΄απογεύματα κατεβαίνει στην πόλη με τ΄ανοιξιάτικο φουστάνι της, κάπως γερασμένη μα πάντα εξαίσια και νέα. Τις νύχτες, εμπρός στο παράθυρο του βορινού δωματίου δοκιμάζει τ΄ολόλευκο νυφικό της φόρεμα. Στροβιλίζεται μες στη χειμωνιάτικη σάλα, κατακλύζει ολόκληρο τον κόσμο, μέσα απ΄τη σκόνη και την αιωνιότητα προβάλλει πάντα εξαίσια και πάντα νέα, η χωρική της Αταλάντης.
Κάποτε θα φύγει μ΄αυτά τα νυσταγμένα φορτηγά, κάποτε θ΄αποφασίσει να δώσει ένα τέλος σ΄αυτήν την τρομερή μοναξιά των επαρχιών. Πίσω της παραταγμένα τα κλειστά ελαιοτριβεία, οι εργάτες των αμπελώνων, οι μοτοσικλέτες, οι ποιητές, μια ολόκληρη πόλη. Θα ΄θελε τόσο πολύ να συγκρατήσει την αγνότητα, την καλοσύνη, ολόκληρο το ρυθμό αυτής της νύχτας. Όμως η Αταλάντη φαντάζει πια μακρινή και οι φιλενάδες της από καιρό πια χαμένες.
Να ξέρεις, είσαι ένα δωμάτιο που καίγεται μες στον ήλιο, είσαι ένα σύμβολο, μια ζωγραφιά. Το ανεπανάληπτο, κυανό λουλούδι της εποχής είσαι, πάντα εξαίσια και πάντα νέα. Τι και αν κείτεσαι νεκρή και ανυπόληπτη στις πλατείες των πολύ μεγάλων πόλεων.
Στην Αταλάντη πάντα θα κοιμάται η πρώτη σου νιότη.
[Πρώτη δημοσίευση.]







