Ο παλιός στρατιώτης φάνηκε για μια μονάχα φορά στη γειτονιά μας. Έδειχνε σαν χαμένος, θυμάμαι, ρωτούσε επίμονα για τ΄όνομα της πόλης. Αργά ανάμεσα στα σπίτια ξεπρόβαλαν μορφές οπλιτών, απαράλλαχτες. Σαν τ΄αναμνηστικά μιας μέρας κατακτούσαν ολόκληρη την πόλη. Θύμιζαν τις αναπάντεχες μαργαρίτες στη ρυτίδα του τοίχου.
Ένα ολόκληρο σύνταγμα παρελαύνει έκτοτε κάτω απ΄τα μπαλκόνια μας, υψώνοντας μια σημαία, το πουκάμισο του ποιητή, τα ρούχα της Ελένης, ένα φεγγάρι, ένα μυστικό.







