Ι.
Μην με ταράζετε, του έγραφε, για να επιβεβαιώσετε την κυριαρχία σας πάνω μου. Είμαι ένα μετόχι που το πάτησαν οι αυθεντίες του πατέρα, του αδερφού, του εργοδότη, του κυβερνήτη. Σας παρέδωσα το πιο ατόφιο κομμάτι μου, το λίγο το δικό μου κι εσείς ζωστήκατε τα πυρομαχικά και το κάνατε πεδίο μάχης. Πηγαίνετε τώρα με τη δίδυμη καραμπίνα σας για άλλα θηράματα, το αίμα είναι πάντα το ίδιο αλλά ποτέ αρκετό. Εγώ θα ζωστώ τη σιωπή των νεκρών• έτσι λένε αυτοί που δεν ξέρουν. Όποιος έχει πεθάνει μια φορά, ξέρει ότι στα μνήματα μιλούν την άρρητη γλώσσα της αλήθειας.
ΙΙ.
Την εποχή του Τρόμου, του έγραφε, μην περιμένετε σεβασμό, ευχέλαια και λιτανείες. Αιρετικοί θα κατεβάσουν τις εικόνες. Είναι λυτρωτικό ξέρετε, για μας που χρόνια βασανιζόμαστε από τους ασημοκαμωμένους σωτήρες. Μας φάγαν τα μαλάματά τους τη γλώσσα, γέμισαν τα διδάγματά τους υποσημειώσεις τη νεαρή μας σκέψη. Τότε αποσυνάγωγοι, τώρα, στη χαρά της αναμπουμπούλας, βλάσφημοι. Έτσι και μ’ εσάς θα είμαι τρυφερά αγνωστικίστρια. Τη μέρα θα κλέβω το λάδι απ’ το καντήλι σας, θα γράφω πύρινους αφορισμούς να σας γκρεμίσω, το βράδυ το ιδιοπαθές εμπύρετο που για καιρό με ταχταρίζει, θα φέρει τ’ όνομά σας.
[Από τη συλλογή Ανταλλακτήριο ηδονών, Σαιξπηρικόν, Θεσσαλονίκη 2014.]







