ΑΠΟ ΚΕΡΙ
Τ΄αγάλματα στον κήπο του μουσείου είναι από κερί. Ανανεώνουν κάθε βράδυ το υλικό τους, βάφουν κίτρινα απογεύματα τις καρδιές τους. Τόσοι θαυματοποιοί, τόσοι βωμοί στις σκάλες και τη στοά. Μικρά, μυστηριώδη φλας μες στη νύχτα, παράξενες επισημάνσεις για επικείμενη στροφή. Και απ΄την Τροία ως εδώ, οι καρδιές μας να λιώνουν, εσύ να μου λες ψέμματα πως δεν θα φύγεις. Κάποιος απ΄την πλατεία, πίσω απ΄τα φώτα, να φωνάζει ήρθε, να δείχνει τα σημάδια του καλοκαιριού στους τοίχους. Να δείχνει εσένα που μ΄αγαπάς σαν Χριστό μες στο πανόραμα, μεθυσμένη, ανάμεσα σ΄αγαπημένους φίλους, σκιά του εαυτού σου.
ΑΣΚΗΣΕΙΣ ΕΔΑΦΟΥΣ
Αυτό δεν είναι πάτωμα. Αυτά τα ποιήματα δεν ήταν ποτέ. Είναι μονάχα τα πρόσωπα και οι ήττες. Είναι συντρίμια σου. Εσύ είπες είναι πέτρες, είπες ψέμματα. Και το παιδί ρωτά γιατί, γιατί, γιατί, το παιδί σ΄απειλεί απελπισμένο στο τέλος του αιώνα. Μες στ΄άδειο δωμάτιο, η καρδιά του που χάνεται.
ΤΑ ΥΠΟΓΕΙΑ
Όταν αναχωρούν οι τελευταίοι επισκέπτες, τότε άρχονται οι τελετές των κρυπτικών. Κεραμικά προσωπεία, εύζωνες, κορίτσια της αβύσσου και ανάπηρα αγάλματα των στοών. Τέτοια στοιχεία συνθέτουν τις τελετές αυτές, τέτοιες μαρτυρίες θα τις διασώσουν. Δίχως άγριες φωνές, σαν κανείς να μην πρόκειται να πεθάνει, σαν να μέλλεται μια πανσέληνος χαρά, μια ήσυχη φωνή.
Σήματα από υπόγεια τελετουργικά. Εντοπίστηκαν κάποτε ανατολικά. Φάνηκαν καινούριοι άνθρωποι. Λένε πως κατοικούν τις θρυλικές πόλεις. Μια τέτοια μπορεί να ΄ναι η Δαμασκός. Ατέλιεωτες, φωτογραφικές σειρές φθάνουν στις ανταποκρίσεις τους. Ανεπανάληπτα δράματα, ένας λαός σε μελαγχολία. Οι φωνές τους θα φθάσουν ίσως αχνές και αύριο. Έπειτα θα χαθούν οριστικά. Εκείνος ο τόπος έκλεισε οριστικά. Οδοφράγματα και πεσμένα φώτα σ’ όλο το μήκος της ράμπας. Οι πολιορκίες και οι αποστάσεις μαίνονται.
Δεν έχουμε νέα τους, εδώ και καιρό. Το πιθανότερο είναι να ‘χουν αποκλειστεί στη νεκρή, αγεφύρωτη ακόμα ζώνη. Τα πράγματα εκεί είναι δύσκολα.
[Ο πίνακας είναι του Anselm Kiefer.]







