ΥΔΡΙΕΣ
Τα σπίτια ήταν υδρίες, ήταν βαμμένα πράσινα, απ΄τα νερά και απ΄τα χρόνια. Τα σπίτια ήταν υδρίες. Μες στα δωμάτια οι πνιγμένοι και οι ωραίες, ερωτικές αγκαλιές της Μεσογείου. Μια άρρωστη έφηβη, τα σπίτια με την πυκνή, εξωτική βλάστηση μες στα δωμάτια του παρελθόντος. Φυτά των λατινικών χωρών, πικρές ρίζες, δέντρα με χρώμα ψεύτικο. Ψεύτικο.
Εκεί έζησες τους φλογερούς σου έρωτες. Εκεί, μες στα σπίτια υδρίες πνίγηκε η αγαπημένη σου, με χιονισμένα μαλλιά και κάτι απ΄το όνειρο. Τώρα κανείς δεν σε κατοικεί. Αργά τ΄απόγευμα όταν καλοκαιριάζει και μακραίνουν οι μοναχικές σου ώρες κατεβαίνεις στη γειτονιά των παιδικών χρόνων. Στέκεις στο ύψωμα που φέρει τ΄όνομα του οπλαρχηγού και τη μικρή, συγυρισμένη πλατεία. Αυτά τ΄ακροκέραμα στην άκρη του δρόμου, αυτές οι ανθοστήλες, σπασμένες, μισές μες στην τόση νύχτα μπορεί ν΄ανήκουν στα πράγματα εκείνου του σπιτιού. Στα μαγαζιά γύρω απ΄το κοιμητήριο προτείνουν σκυθρωπές υδρίες, αγάλματα φθαρμένα με τρόπο επιτήδειο, απομιμήσεις του μαρμάρου. Όλοι οι νεκροί κατοικούν στο τίποτε. Τα σπίτια τους είναι υδρίες που μαίνονται την άνοιξη. Ακίνητα και λυπημένα τα κορίτσια μένουν πίσω και γερνούν.
Τ΄αγάλματα δεν γερνούν, φώναζες. Τ΄αγάλματα είναι υλικά στέρεα, φτιαγμένα από παλιές μοναξιές και σεισμούς. Φώναζες και η φωνή σου χανόταν. Τώρα τραβούσες για κόσμους αγροτικούς, της ενδοχώρας. Τα κορίτσια έμεναν πίσω, γερνούσαν πίσω απ΄τα παιδιά σε μια πόζα παλαιά, οικογενειακή.
ΡΟΜΑΝΙΚΟΣ ΡΥΘΜΟΣ
Η στέρεη δομή, οι αψίδες, τα ημικυκλικά τόξα. Οι λίθινοι θόλοι και τ΄ανθρώπινο, εξωτερικό γλυπτό. Σ΄αυτούς τους ρυθμούς χρόνια και χρόνια ξοδεύεσαι. Σ΄αυτούς τους τόπους που δεν τους κατοικεί πια κανένας θεός.
ΡΕΦΡΑΙΝ
Στο μαγαζί συνοστίζονται τα κοσμικά κορίτσια. Κάνουν πάταγο, ονειρεύονται νεαρούς απ΄την Κόρινθο και τα Ίσθμια, χορεύουν όλο πάθος μ΄αστυνομικούς. Χάνονται αργά τη νύχτα μες στα ποτιστικά αμπέλια. Ερωτεύονται, τα τροχοφόρα που σφάζουν ξαφνικά την θερμή νύχτα. Τα πρωινά αναρίθμητα κορίτσια περπατούν στους δημόσιους δρόμους. Με κατεστραμμένο μακιγιάζ, μ΄ένα παιδί και το εισητήριο των πέντα για τ΄οδοιπορικό των Αθηνών. Τα φουστάνια τους μες στο χώμα, μες στο χώμα, μες στο χώμα.
ΒΟΤΑΝΟΛΟΓΙΑ
Τον γύρεψα μες στους κήπους, τα ωραία, σαββατιάτικα βράδια. Κανείς άνεμος δεν φτάνει απόψε εδώ. Φώναζα τ΄όνομά του. Εκείνος με χαιρετούσε εγκάρδια πάνω απ΄την γκρεμισμένη σκηνή του κινηματογράφου Λαϊς. Με μια ζεστασιά, με τόσα μηνύματα για τους φίλους, με τέτοια πίκρα για το πολύ σκοτάδι και τα κλειστά καφενεία. Φώναζα τ΄όνομά του συντριμμένος, άκουγα το θρόϊσμα απ΄τις ακατόρθωτες αγκαλιές.
ΟΙ ΚΑΙΝΟΥΡΙΟΙ ΠΟΙΗΤΕΣ
Οι καινούριοι ποιητές είναι αδίστακτοι. Περιφρονούν αυτούς που μιλούν για παρηγοριά και παραμένουν ως αργά στους κεντρικούς δρόμους των πόλεων.Τους περιφρονούν. Τώρα η ποίηση λένε τρομάζει την πληγή του πλήθους. Τώρα μ΄ένα φανάρι σαν την ζωγραφισμένη Ισπανία τραγουδούν και χάνονται μες σε ρεύματα αντίξοα.







