Όλες οι επαναστάσεις που καταγράφονται στην ανθρώπινη ιστορία έχουν ως στόχο να δώσουν φωνή και δικαιώματα στους αδικημένους, να μας απελευθερώσουν από υλικές δεσμεύσεις, να προσφέρουν ισότητα ευκαιριών. Η επανάσταση της τεχνητής νοημοσύνης, όμως, είναι μια επανάσταση πολυτελείας. Δεν φέρνει ακριβώς έναν δημοκρατικό εξισωτισμό, δεν αποκαθιστά δικαιώματα μειονοτικών ομάδων ή περιθωριοποιημένων ατόμων, απεναντίας προσδίδει σε όλους ανεξαιρέτως (φτάνει να έχουν πρόσβαση και να ΠΛΗΡΩΝΟΥΝ τα εργαλεία που τεχνολογικοί κολοσσοί έχουν ιδιοποιηθεί σε μεγάλο βαθμό ΔΩΡΕΑΝ από τη μέχρι τώρα γνώση της ανθρωπότητας), και στους πλέον ατάλαντους, ακαλλιέργητους και αμαθείς, γνώσεις και δεξιότητες που δεν έχουν, αλλά μπορούν πλέον χωρίς τον παραμικρό κόπο να αποκτήσουν. Ποτέ πριν στην ιστορία δεν υπήρξε ένας τέτοιος «εκδημοκρατισμός» της τέχνης (θα λέγαμε ιδιότυπα «κομμουνιστικός», με την προπολιτική σημασία της λέξης), ποτέ πριν η επιμέλεια του εαυτού, η προσωπική καλλιέργεια, η γνωστική επάρκεια δεν είχαν τόσο μικρή σημασία σε σχέση με το αποτέλεσμα. Εντελώς χρησιμοθηρικά, δεν μας απασχολεί καθόλου πλέον η απόλαυση και οι δυσκολίες της διαδρομής για την καβαφική «Ιθάκη», όλα εργαλειοποιούνται κυνικά για χάρη του αποτελέσματος, της «επιτυχίας». Κι ακόμα είμαστε στην αρχή.
Η άποψη που εκφράζω εδώ για την τέχνη μοιάζει απολύτως ελιτιστική και αριστοκρατική – εύκολα θα μπορούσε κανείς να με κατηγορήσει ότι είναι αποτέλεσμα παλαιών μυστικοποιήσεων που απαγορεύουν τελικά στον καθένα μας να βρει «τη δική του αυθεντικότητα». Πράγματι, ιστορικά η τέχνη παραγόταν από λίγους και απευθυνόταν στους πολλούς, τώρα όμως γίνεται πληθωριστική τόσο στην παραγωγή όσο και στην κατανάλωση. Στο συγκεκριμένο ζήτημα, βέβαια, πιθανόν το πρόβλημα να προκύπτει από τη μεταμοντερνιστική απαξίωση της ίδιας της τέχνης: αν όλα μπορούν να βαφτιστούν «τέχνη» και δεν υπάρχουν ασφαλή ή με κάποια έννοια «αντικειμενικά» αξιολογικά κριτήρια, γιατί στον μετα-μεταμοντερνιστικό κόσμο να μη μπορεί ο καθένας να γίνει καλλιτέχνης; Η εξάλειψη των προαναφερθεισών ιστορικών «μυστικοποιήσεων», στις οποίες ανήκει λ.χ. η έννοια του «υψηλού» ή της «πνευματικότητας», οδηγεί σε μία εφήμερη, ανάξια λόγου και μη κοινώς αποδεκτή αντίληψη για την τέχνη.
Ανάλογα θ’ αναρωτηθεί κάποιος και θα είναι εύλογη η ερώτηση: μα το ίδιο δεν συνέβη και με την εκπαίδευση; Ήταν προνόμιο των λίγων και έγινε τελικά δικαίωμα των πολλών, αλλά δεν φτάνουν όλοι να έχουν διδακτορικές σπουδές ή να γράφουν εμβριθή βιβλία. Κι όμως, κι αυτό ακόμα είναι πλέον εφικτό! Η τεχνητή νοημοσύνη για τους κοινούς θνητούς (δεν μιλάμε για τις πολύ σημαντικές ιατρικές, φυσικομαθηματικές, βιολογικές κ.λπ. εφαρμογές) είναι προϊόν μιας κοινωνίας ψευδεπίγραφων εαυτών χωρίς νοηματικό υπόβαθρο, στην οποία η καθαγιασμένη ατομική καταξίωση μετριέται με τα like στον μη πραγματικό –«φαντασμαγορικό» κατά Giddens και «θεατρικό» κατά Goffman– κόσμο των μέσων κοινωνικής δικτύωσης. Αν θέλω να φτιάξω τη βιογραφία μου προσδίδοντάς της στοιχεία ατομικής καλλιέργειας και υψηλού μορφωτικού επιπέδου για να προωθήσω την καριέρα μου ή να γίνω ελκυστικός στις προσωπικές μου σχέσεις, μπορώ πλέον εύκολα να τα καταφέρω αφού έτσι κι αλλιώς η «εμπιστοσύνη» στον σύγχρονο κόσμο συναρτάται με την χωροχρονική μου απουσία και τη στοχευμένη πληροφόρηση. Το κοινωνικό πείραμα με την πλαστή φεϊσμπουκική περσόνα Μάνια Τέκου, που είχε φτάσει λόγω των απόψεων που εξέφραζε ν’ αγαπηθεί από όλους χωρίς να αμφισβητήσει μέχρι τέλους κανείς την φυσική της υπόσταση, ήταν εξόχως διδακτικό.
Ο μεγάλος πιθανός κίνδυνος για τις ημέρες που έρχονται –γιατί δεν είναι κάτι μακρινό, όλοι θα το προλάβουμε– είναι η γενίκευση της καχυποψίας. Κι αυτή συνιστά μέγιστο κίνδυνο για τη δημοκρατία. Θυμίζω ότι η αθηναϊκή δημοκρατία (με την οποία έχει ιστορικά ελάχιστη σχέση η νεωτερική δημοκρατία, αλλά στενότερη η σύγχρονη μεταδημοκρατία, αφού στη θέση των απαραίτητων για την τότε λειτουργία της δούλων έχει μπει η τεχνολογία) απευθυνόταν σε μικρά μεγέθη, εξού και η αμεσότητα που επισημαίνει ο Καστοριάδης, και απευθυνόταν σε ανθρώπους που γνωρίζονταν πρόσωπο προς πρόσωπο μεταξύ τους. Η δημοκρατική προϋπόθεση της μικρής ομάδας δεν υπήρχε απ’ την αρχή στις μαζικές εθνικές εκλογές, τώρα εξαλείφονται πλήρως και τα τελευταία ψήγματα γνώσης που είχαμε για τους άλλους. Η ιδρυτική κατά πολλούς φράση του μοντερνισμού «Το εγώ είναι ένας άλλος» του Ρεμπώ, σημαίνει πλέον ένα παραγεμισμένο, πλαστό, εντυπωσιοθηρικό βιογραφικό, για το οποίο ούτε καν για την επικολλημένη φωτογραφία δεν μπορούμε να είμαστε βέβαιοι. Το ίδιο ισχύει και για τις φτιαγμένες με τεχνητή νοημοσύνη αφίσες που διαφημίζουν τις περιώνυμες δημοκρατικές μας αξίες.
⸙⸙⸙
[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Η φωτογραφία με… ΑΙ από το liminal space. Δείτε τα περιεχόμενα του δέκατου ένατου ηλεκτρονικού μας τεύχους εδώ.]







