Περπατώ στα στενά δρομάκια,
κρύο
ο αέρας με σηκώνει
πιάνομαι από ένα δέντρο.
Στα φτηνά εστιατόρια
τρώω μόνος
μ’ επιστροφές από κουπόνια.
Στο μικρό δωμάτιο
στα ράφια τα βιβλία
επαγγέλουν μια επανάσταση
σε πολλές εκδοχές
σχεδόν αδύνατη.
Έρχεσαι εσύ
τα μάτια σου λάμπουν
βιάζεσαι
οι συνθήκες σε πιέζουν (σε θέλω κι έτσι).
Η σόμπα μου χάλασε
το κρεβάτι μου έσπασε
στον τοίχο κρεμασμένα δύο μπλου-τζήν.
Οι μέρες μου φεύγουν
το μυαλό μου αδειάζει
φοβάμαι.
Οι βιβλιοθήκες κλείνουν τα βράδια
τα κυλικεία, οι λέσχες.
Ψάχνω τους φίλους μου.
Είχαμε σχεδιάσει μιαν Αργώ.
Τους βρίσκω·
χάσαν τα σχέδια
κι οι δρόμοι τώρα
είναι γεμάτοι
τελωνεία.
⸙⸙⸙
[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Φωτογραφία: ©Gisèle Freund. Δείτε τα περιεχόμενα του δέκατου όγδοου ηλεκτρονικού μας τεύχους εδώ.]







