frear

Για το βιβλίο του Βασίλη Σωτηρόπουλου «Ο Καβάφης και τα ΛΟΑΤΚΙ+ δικαιώματα» – γράφει ο Χρήστος Ράμμος

Βασίλης Σωτηρόπουλος, Ο Καβάφης και τα ΛΟΑΤΚΙ+ δικαιώματα, Πόλις, Αθήνα 2026.

Το βιβλίο αυτό έχει μια μοναδικότητα και μια αξιοσημείωτη πρωτοτυπία. Παντρεύει δύο ευαισθησίες και δύο απελευθερωτικές λειτουργίες. Tην ευαισθησία και την απελευθερωτική λειτουργία που έχει ούτως ή άλλως η λογοτεχνία και ιδίως η ποίηση, με τους συμβολισμούς που χρησιμοποιεί που είναι η γλώσσα του ασυνειδήτου, με την απελευθερωτική λειτουργία που οφείλει να έχει και συχνά [όχι πάντα βέβαια] έχει το δικαιικό φαινόμενο σε ένα σύγχρονο δημοκρατικό και φιλελεύθερο κράτος δικαίου. Το κράτος δικαίου είναι ένα φαινόμενο της νεωτερικότητας. Διαμορφώθηκε με βάση την απελευθερωτική διαδικασία που ξεκίνησε με τον Διαφωτισμό και την κυριαρχία του Λόγου, που σκοπό έχουν την αυτονομία του κάθε ανθρώπου, δηλαδή την ελευθερία του να αυτοκαθορίζεται, να κάνει στην προσωπική του ζωή τις επιλογές που τον εκφράζουν, χωρίς ενοχές και χωρίς ετεροκαθορισμούς, με μόνο όριο τον σεβασμό της προσωπικότητας και των επιλογών των άλλων. Αυτό σημαίνει ότι τα Συντάγματα και τα διεθνή συμβατικά κείμενα που κατοχυρώνουν τα θεμελιώδη ατομικά δικαιώματα και ελευθερίες, σκοπό έχουν να δώσουν στον καθένα από εμάς τη δυνατότητα να επιδιώξει τη μέγιστη δυνατή ελευθερία. Όχι μόνο έτσι γενικά και αόριστα, αλλά και στις συναισθηματικές ερωτικές του επιλογές, έτσι ώστε να μπορεί να τις χαίρεται και να ολοκληρώνεται με τον τρόπο αυτό σαν άνθρωπος. Για να μη ζει ματαιωμένος, με απωθημένα και με ψυχική ένδεια και πικρίες. Με λίγα λόγια, να αναπτύσσει ελεύθερα την προσωπικότητά του και να εκφράζεται ελεύθερα, που αποτελούν τις βασικές συνιστώσες όλων των παραδοσιακών καταλόγων προστασίας των ατομικών δικαιωμάτων του σύγχρονου συνταγματισμού. Στο ελληνικό Σύνταγμα σχετικά είναι άρθρα 2, 5, 14 και 16.

Η τελευταία αυτή συνιστώσα, δηλ. του ερωτικού αυτοκαθορισμού, δεν κατέστη αντιληπτή και σαφής παρά μόνο τις τελευταίες δεκαετίες διεθνώς, αρχής γενομένης από τα κοινωνικά κινήματα της δεκαετίας του 1960. Το δικαιικό φαινόμενο γινόταν παραδοσιακά, και σε ένα βαθμό εξακολουθεί να γίνεται και σήμερα, αντιληπτό ως ένα φαινόμενο απαγορεύσεων, περιορισμών και ποινικής τιμωρίας, ως ένα οπλοστάσιο του καταπιεστικού βραχίονα του κράτους και των αστυνομικών μηχανισμών του. Πολλοί αναρωτιόντουσαν τι δουλειά έχει η νομοθεσία να ασχολείται με την ερωτική ζωή των ανθρώπων. Αυτό είναι, στην καλύτερη περίπτωση, θέμα επιλογής, στο πλαίσιο του ιδιωτικού βίου του καθενός, έλεγαν. Ας κάνει ο καθένας ό,τι θέλει στο κρεβάτι του. Ως εκεί όμως. Όχι να φτάσουμε και στην κανονιστική ορατότητα των ερωτικών συμπεριφορών. Ο ανθρώπινος ερωτισμός οδηγεί, εξ άλλου, σε απρόβλεπτες και μη ελέγξιμες συμπεριφορές και το Δίκαιο ενοχλείται από την «αναρχία». Θέλει «τάξη».

Δεν πρέπει να λησμονούμε ότι το συνταγματικό φαινόμενο έχει τις ρίζες του στις αστικές επαναστάσεις και η μικροαστική βικτωριανή ηθική, όπως την προσδιόρισαν οι Χριστιανικές Εκκλησίες –που λειτούργησαν ως εξουσιαστικό, και λιγότερο ως πνευματικό φαινόμενο–, επέβαλε επί αιώνες κανόνες και νόρμες που ισοπέδωσαν τις ερωτικές δυνατότητες και επιλογές, ακόμη και υπό δημοκρατικά καθεστώτα. Και το ακόμη χειρότερο είναι ότι τις ενοχοποίησαν, ενώ όπως επισημαίνεται στο βιβλίο, η ηδονή, όταν δεν συνοδεύεται από εκμεταλλευτικές σχέσεις, είναι πάντα «καθαρή» και είναι το πιο αυθεντικό και αμόλυντο στοιχείο της ανθρωπινότητάς μας. Έτσι ένα φαινόμενο τόσο ζωογόνο και ανανεωτικό, αλλά και σύνθετο και πολύπλοκο όπως οι ερωτικές παρορμήσεις, κατέστη ταμπού για τον δημόσιο λόγο και για τον νομοθέτη. Στον βαθμό που τα Συντάγματα και οι νομοθεσίες ασχολούνταν με την ιδιωτική σφαίρα, σκοπός τους ήταν παραδοσιακά η προάσπιση του παραδοσιακού γάμου και της οικογένειας, με την πατροπαράδοτη μορφή της. Η ταύτιση της ερωτικής πράξης με την αναπαραγωγή για τη διαιώνιση της οικογένειας. Μιας οικογένειας που συχνά κρύβει δυσαρμονίες, εσωτερικές καταπιέσεις [συνήθως εις βάρος των γυναικών] και που κατέληξε να είναι αρκετά συχνά ένας ψυχρός, νεκρός συναισθηματικά, σύνδεσμος οικονομικών σκοπιμοτήτων ή κοινωνικού καθωσπρεπισμού και υποκρισίας. Άρα το κράτος δεν μπορεί παρά να είναι ο φύλακας μιας τέτοιου τύπου δημόσιας «ηθικής». Τα μεγάλα θύματα αυτής της ηθικολογίζουσας –αλλ’ όχι εκ του λόγου τούτου και ηθικής– νοοτροπίας υπήρξαν, πέρα από τις γυναίκες-θύματα της σεξιστικής ανδροκρατούμενης οπτικής του ερωτικού φαινομένου, και οι ομοφυλόφιλοι άνδρες και γυναίκες. Επί σειρά γενεών οι γυναίκες υποτάσσονταν στον άντρα αφέντη, μετά τον πατέρα αφέντη, κυρίως λόγω ελλείψεως οικονομικής ανεξαρτησίας και κοινωνικής αυτονομίας, οι δε ομοφυλόφιλοι είτε αναγκάζονταν να κάνουν συμβατικούς γάμους για να καλύψουν πάση θυσία την ερωτική τους διαφορετικότητα, με αποτέλεσμα την ισόβια δυστυχία στο ζευγάρι και την απώλεια κάθε αυτοεκτίμησης για τον ομοφυλόφιλο σύζυγο, είτε, ακόμη χειρότερα, έζησαν συχνά μια ζωή μοναξιάς με κατάθλιψη, ενοχές και με φευγαλέες ερωτικές συνευρέσεις έναντι οικονομικής ανταμοιβής, αρκετές δε φορές οδηγήθηκαν στην αυτοκτονία.

Δεν χρειάζεται να πει πολλά κάποιος γι’ αυτό το θέμα. Επιγραμματικά: Ποινικοποίηση της ομοφυλοφιλίας [της επονομαζόμενης παρά φύση ασέλγειας] βλ. άρθρο 175 του Γερμανικού Ποινικού Κώδικα που καταργήθηκε μόλις το 1994, ενώ στην Αγγλία η ομοφυλοφιλία αποποινικοποιήθηκε το 1967, στη δε Γαλλία το 1982 [ενώ στην Ελλάδα, παραδόξως, αποποινικοποιήθηκε ήδη από το 1951, αν και διάφορες διακρίσεις για το ηλικιακό όριο συναίνεσης διατηρήθηκαν έως το 2015].

Να θυμίσω επίσης τα ναζιστικά στρατόπεδα συγκεντρώσεως και εξοντώσεως για τους ομοφυλόφιλους, καθώς και την ένταξη της ομοφυλόφιλης επιθυμίας και πρακτικής στις ψυχικές διαταραχές εκ μέρους της Αμερικανικής Ψυχιατρικής Εταιρείας μέχρι το 1974. Κάτι που είχε ως συνέπεια την άσκηση «θεραπειών» εις βάρος των ομοφυλοφίλων, οι οποίοι συχνά προτιμούσαν μια μορφή πλήρους ευνουχισμού τους παρά το άγος της κοινωνικής καταισχύνης. Κλασική πλέον περίπτωση, ο Alan Turing, κορυφαίος μαθηματικός και «πατέρας» της σύγχρονης πληροφορικής, ο οποίος έπαιξε καθοριστικό ρόλο στο «σπάσιμο» των γερμανικών κωδίκων Enigma κατά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο και ο οποίος υπέστη υποχρεωτικά τη διαδικασία μεταστροφής με εγχύσεις ορμονών οιστρογόνων που διήρκεσαν ένα έτος, με παρενέργειες όπως η ανάπτυξη στήθους, και τον οδήγησαν τελικά στην αφόρητη κατάθλιψη και στην αυτοκτονία.

Εδώ πρέπει να καταλάβουμε ότι η αυτή η καταστροφική ηθική δεν είχε ως συνέπεια μόνο την επί αιώνες καταστροφή της ζωής των ομοφυλοφίλων, αλλά και γενικότερα της ελεύθερης εκτός γάμου ερωτικής συνεύρεσης [αδίκημα της μοιχείας] και κυρίως τη διαπόμπευση των γυναικών που ακολουθούσαν τον δρόμο της επιθυμίας, οι οποίες στιγματίζονταν περίπου ως πόρνες. Κλασικές λογοτεχνικές αναπαραστάσεις οι Άννα Καρένινα και Έμμα Μποβαρύ. Και αυτό δεν είναι σύμπτωση. Όπως έχουν αποδείξει όλες οι σύγχρονες ιατρικές, ψυχολογικές και ψυχαναλυτικές μελέτες, ο αυστηρός διαχωρισμός μεταξύ ετεροφυλόφιλης επιθυμίας και ομοφυλόφιλης είναι αυθαίρετος. Σε πολλούς ανθρώπους συνυπάρχουν στοιχεία και των δύο και είναι η κοινωνική αγωγή [σχολείο, οικογένεια κ.λπ.], η οποία στρέφει στην εφηβεία την εκπλήρωση της επιθυμίας προς μια κατεύθυνση. Στη βρεφική, νηπιακή και προεφηβική ηλικία ο άνθρωπος είναι ένα πανερωτικό ον που δεν αστυνομεύει τις φαντασιώσεις του. Όπως λέει και η γνωστή άρια στη Habanera της Carmen του Bizet « L’amour est enfant de bohème, il n’a jamais connu de loi» [ο έρωτας είναι παιδί μποέμ ανθρώπων, άλλως τσιγγάνικο παιδί και δεν γνώρισε ποτέ κανόνες]. Ο Καβάφης μιλώντας αυθεντικά για τη δική του ερωτική ζωή είναι οικουμενικός.

Γι’ αυτό και ο Καβάφης ο οποίος μίλησε ανοικτά και περήφανα και με την αυτοπεποίθηση ενός εξέχοντος λογίου για την ηδονή χωρίς ψυχικούς διχασμούς και ενοχές τύπου Ντίνου Χριστιανόπουλου, σε μια Αλεξάνδρεια, σε μια Ανατολή πιο επιτρεπτική στο φιλήδονο κλίμα από τη Δύση της αστικής ελευθερίας, δεν απελευθέρωσε μόνο την ομοφυλόφιλη ηδονή. Απελευθέρωσε την ηδονή γενικά και την έκανε αξιοσέβαστη πηγή περηφάνειας. Το περίφημο ποίημά του με τον συμβολικό τίτλο «Σύνταγμα της ηδονής» είναι η επιτομή της προδρομικής απελευθέρωσης για την οποία κάνει λόγο το βιβλίο.

«Μη ομιλείτε περί ενοχής, μη ομιλείτε περί ευθύνης. Όταν περνά το Σύνταγμα της Ηδονής με μουσικήν και σημαίας· όταν ριγούν και τρέμουν αι αισθήσεις, άφρων και ασεβής είναι όστις μένει μακράν, όστις δεν ορμά εις την καλήν εκστρατείαν, την βαίνουσαν επί την κατάκτησιν των απολαύσεων και των παθών. Όλοι οι νόμοι της ηθικής — κακώς νοημένοι, κακώς εφαρμοζόμενοι — είναι μηδέν και δεν ημπορούν να σταθούν ουδέ στιγμήν… Μη κλείεσαι εν τω οίκω σου και πλανάσαι με θεωρίας δικαιοσύνης, με τας περί αμοιβής προλήψεις της κακώς καμωμένης κοινωνίας.».

Νομίζω ότι αυτοί οι υπέροχοι στίχοι είναι η πεμπτουσία της όλης σύλληψης του βιβλίου του Βασ. Σωτηρόπουλου, που είναι η σύνδεση της λαμπρής αυτής ποίησης με τις συνταγματικές και νομοθετικές μεταβολές των τελευταίων 40-50 χρόνων που οδήγησαν στην αποποινικοποίηση της ομοφυλοφιλίας και πέραν αυτής στην προσπάθεια επίτευξης της ισονομίας. Ένας άνθρωπος με πλουσιότατη και βαθιά νομική παιδεία [μια παρένθεση στο σημείο αυτό: είναι εντυπωσιακή η εποπτεία που ο Β. Σωτηρόπουλος έχει της νομολογίας του ΕΔΔΑ για θέματα πολυποίκιλων διακρίσεων εις βάρος των ομοφυλοφίλων και των διαφορετικών, και για άλλες πέραν της Ελλάδας ευρωπαϊκές χώρες βλ. ενδεικτικά σελ 41-42], άλλως ένας άνθρωπος μιας τέτοιας νομικής εξειδίκευσης που αποδεικνύεται και ένας άνθρωπος με ευαίσθητες κεραίες για τη βαθύτερη ανθρώπινη υπόσταση όπως εκφράζεται με την ποίηση. Ένας ολοκληρωμένος νομικός δεν μπορεί να μην καταλαβαίνει ότι η καρδιά των ατομικών δικαιωμάτων σε μια ανθρώπινη κοινωνία δεν μπορεί παρά να είναι η χορήγηση της δυνατότητας σε όλους να απολαύσουν μια ηδονική ζωή. Δεν μπορεί να μην αποδέχεται αυτό που ο συγγραφέας ονομάζει το «νομικό συνταγματικό δικαίωμα της ηδονής» που ο Καβάφης «προανήγγειλε» με το ποίημά του «Δυνάμωσις» [σελ. 19], στο οποίο καταγγέλλει ως αντίθετους με την ανθρώπινη φύση νόμους που βάζουν εμπόδια στην υλοποίηση του δικαιώματος. Ως μη νομικός και άνθρωπος άλλης εποχής, ο Καβάφης δεν γνώριζε και δεν χρησιμοποίησε τον όρο «αντισυνταγματικός».

Η ηδονική ζωή με την καβαφική έννοια είναι μια ηθική ζωή. Μια ζωή πραγματικής φιλαλληλίας. Εξάλλου τι άλλο είναι ο πραγματικός ερωτισμός παρεκτός η έξοδος από τον εαυτό μας και η συνάντηση με τον άλλο, η μέθεξη του καθενός στον άλλο, η αλληλοπεριχώρηση, όπως έχει πει ο φωτισμένος θεολόγος Χρυσόστομος Σταμούλης, ο οποίος χαρακτηρίστηκε από πολλούς ιεράρχες της ελλαδικής Εκκλησίας και συναδέλφους του θεολόγους ως αιρετικός.

Προσοχή, όμως, το βιβλίο δεν μιλάει για την καταναλωτική ηδονή, που είναι η εμπορευματοποίησή της και ισοδυναμεί με την εκ νέου υπαγωγή της, το σκλάβωμά της σε νέα ψυχαναγκαστικά πρότυπα υπό την παγίδα της απελευθέρωσής της. Και αυτό είναι μια από τις πολύ σημαντικές, μεταξύ πολλών άλλων, αρετές του.

Μια άλλη σημαντική αρετή του είναι το γεγονός ότι επισημαίνεται ότι ο Καβάφης –αλλά και κάθε δημοκράτης– δεν μίλησε για την ομοφυλόφιλη επιθυμία ως προνόμιο μιας ευγενούς τάξεως αριστοκρατών, που έχουν την οικονομική δυνατότητα και την κοινωνική κάλυψη να πραγματοποιούν τις επιθυμίες τους. Μίλησε για τη λαϊκή τάξη και την δική της ανάγκη στην ερωτική έκφραση, η οποία περνάει συχνά μέσα από την ανάγκη του βιοπορισμού της πορνείας –της σεξεργασίας– για μια κοινωνική τάξη που δεν χρησιμοποιεί τις εκλογικεύσεις και ωραιοποιήσεις στις οποίες καταφεύγουν οι αστικής προέλευσης διανοούμενοι. Γιατί οι φτωχοί ομοφυλόφιλοι υφίστανται διπλές διακρίσεις. Και λόγω σεξουαλικού προσανατολισμού και λόγω της οικονομικής ανισότητας που τους πλήττει. Μια οπτική ισότητας, λοιπόν, τόσο του Καβάφη όσο και του συγγραφέα, ο οποίος επισημαίνει στις σχετικές ενότητες του βιβλίου του τα κατάλοιπα νομοθεσίας που εμποδίζουν την ίση μεταχείριση των ομοφυλοφίλων με τους ετεροφυλόφιλους. Τέτοια είναι ενδεικτικά ο ν. 2734/1999 νόμος με τον τίτλο «Εκδιδόμενα επ’ αμοιβή πρόσωπα» και ιδίως του άρθρου 3 § 4 αυτού, το άρθρο 347 του Π.Κ. (παρά φύση ασέλγεια που καταργήθηκε μόλις το 2019). Σχετικά με τα ειδικότερα αυτά θέματα είναι τα ποιήματα που ο συγγραφέας, ενδελεχής μελετητής της καβαφικής ποίησης, παραθέτει, όπως «Οι μέρες του 1909, 10 και 11» (σελ. 91), «Έτσι» (σελ. 103), «Σ’ ένα βιβλίο παλιό» (σελ. 105), «Μια νύχτα» (σελ. 35).

Ο συγγραφέας θέλοντας να δείξει πόσο ο Καβάφης υπήρξε προδρομικός έως και προφητικός, με αποτέλεσμα να έχει μπει στο «DNA» πολλών από εμάς, αναφέρει το περιστατικό ότι το 2015 στην κοινοβουλευτική συζήτηση που προηγήθηκε της ψήφισης του νομοσχεδίου για το σύμφωνο συμβίωσης των ομόφυλων ζευγαριών [από το οποίο είχαν εντελώς αδικαιολόγητα εξαιρεθεί τα ομόφυλα ζευγάρια με βάση το προγενέστερο σχετικό σύμφωνο που είχε ψηφίσει η Βουλή των Ελλήνων και χρειάστηκε καταδικαστική απόφαση του ΕΔΔΑ για να ταρακουνηθεί ο Έλληνας νομοθέτης], έγινε αναφορά στον Καβάφη από την τότε αναπληρώτρια υπουργό Παιδείας Σία Αναγνωστοπούλου, η οποία ξεκίνησε την ομιλία της με τους στίχους από ένα αδημοσίευτο ως το 1963 ποίημά του με τον τίτλο «Κρυμμένα». Οι στίχοι είναι οι ακόλουθοι «Κατόπι – στην τελειωτέρα κοινωνία – / κανένας άλλος καμωμένος σαν εμένα/βέβαια θα φανεί κι’ ελεύθερα θα κάμει».

Εδώ βλέπουμε εναργέστερα από οπουδήποτε αλλού, αυτό με το οποίο ο Βασ. Σωτηρόπουλος χαρακτηρίζει στο –αντάξιο ενός φιλολογικού κριτικού– επίμετρό του, την καβαφική ποίηση για την οποία αναφέρει ότι λειτουργεί όχι μόνο ως λυρισμός, αλλά και ως πολιτική ακτιβιστική ενεργοποίηση του αναγνώστη και την οποία χαρακτηρίζει ως τέχνη που κατασκευάζει το μέλλον. Προσοχή, ο Καβάφης δεν ήταν ακτιβιστής. Ήταν ο εαυτός του. Η λειτουργία όμως των κειμένων του είναι.

Είμαι χαρούμενος διότι το Δικαστήριο από το οποίο προέρχομαι, το ΣτΕ, με την απόφαση της Ολομέλειάς του την 392/2026 έκρινε ότι ο νόμος για την ισότητα στον γάμο είναι σύμφωνος με το Σύνταγμα. Θα πει κάποιος: Μα αυτονόητη απόφαση, δεν χρειάζεται ειδικούς επαίνους. Όμως στη χώρα μας, με όλες τις εμπειρίες που έχουμε ζήσει με τον Άρειο Πάγο και με την Εισαγγελία του Αρείου Πάγου, τίποτε δεν πρέπει να θεωρείται αυτονόητο και δεδομένο.

Εδώ όμως πρέπει να πούμε ότι, παρά τα αναμφισβήτητα θετικά βήματα που έχουν γίνει [μεταξύ άλλων η ενωσιακή οδηγία 78/2000 και οι νόμοι μεταφοράς της στο εσωτερικό δίκαιο 3304/2005 και 4443/2016], ο αγώνας κατά των διακρίσεων δεν έχει τελειώσει και παραμένουν πάντα πεδία διακριτικής μεταχείρισης, στη Διοίκηση, στις ιδιωτικές επιχειρήσεις και στην κοινωνία [αναφέρομαι κυρίως στην πνιγηρή πραγματικότητα πολλών ελληνικών οικογενειών]∙ ακόμη και στον εσωτερικευμένο λογοκριτή που έχουμε λιγότερο ή περισσότερο όλοι μέσα μας. Εκεί είναι το πιο δύσκολο πεδίο για να διεκδικηθεί η απελευθέρωση και απενοχοποίηση των ΛΟΑΤΚΙ+.

Επιτρέψτε μου να κλείσω με μια προσωπική αναφορά από την εμπειρία μου ως δικαστής στο ΣτΕ, για την οποία είμαι ιδιαίτερα υπερήφανος. Το 2006 χρεώθηκα να εισηγηθώ στο Δ Τμήμα του ΣτΕ την ακόλουθη υπόθεση. Από το ΕΣΡ επιβλήθηκε σε τηλεοπτικό σταθμό η διοικητική κύρωση του προστίμου των 100.000 € για παράβαση της δεοντολογίας που διέπει τους τηλεοπτικούς σταθμούς, που διεπράχθη κατά την προσβαλλομένη, κατά τη διάρκεια της εκπομπής του επεισοδίου της τηλεοπτικής ταινίας «Κλείσε τα μάτια» της 6ης Οκτωβρίου 2003, στην οποία εμφανίζονταν δύο άνδρες να φιλιούνται. Το ΕΣΡ, εξακολουθώντας μάλλον να ζει σε άλλο αιώνα, έκρινε ότι η σκηνή αυτή αντίκειται στην απαιτούμενη από το άρθρο 15 παρ. 1 του Συντάγματος ποιοτική στάθμη μιας τηλεοπτικής εντολής. Η αιτιολογία μού φάνηκε ότι παραβιάζει βαθύτερες και θεμελιωδέστερες αξίες που διαπνέουν την συνταγματική μας τάξη. Εισηγήθηκα να ακυρωθεί το πρόστιμο, εισήγηση που έγινε δεκτή από το Δικαστήριο και αποτέλεσε το περιεχόμενο της απόφασης 3490/2006. Η αιτιολογία του σκεπτικού ήταν η ακόλουθη: «αυτή καθ’ εαυτήν η παρουσίαση σκηνής, με την οποία εκφράζεται απλώς και η ομοφυλόφιλη ερωτική επιθυμία, με ένα φιλί και χωρίς να υπάρχουν σκηνές πορνογραφικού περιεχομένου ή βωμολοχίες, δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να θεωρηθεί ότι προσδίδει στην επίμαχη τηλεοπτική ταινία την, απαγορευμένη από το Σύνταγμα, χαμηλή και υποβαθμισμένη ποιοτική στάθμη, που την καθιστά επίμεπτη. Με την παράσταση στην επίμαχη ενδιάμεση σκηνή της εκφράσεως ομοφυλόφιλης ερωτικής επιθυμίας, γίνεται παρουσίαση μίας υπαρκτής κοινωνικής πραγματικότητας, η οποία σχετίζεται με μία κοινωνική ομάδα, μεταξύ των πολλών, οι οποίες συνθέτουν μία ανοικτή και σύγχρονη δημοκρατική κοινωνία, οι ερωτικές επιλογές της οποίας όχι μόνο δεν αποδοκιμάζονται από τη συνταγματική τάξη της χώρας, αλλά τουναντίον επιβάλλεται από τις διατάξεις των άρθρων 2 (σεβασμός και προστασία της αξίας του ανθρώπου) και 5 παρ. 1 (προστασία της προσωπικής ελευθερίας), ως εκδήλωση ελεύθερης επιλογής των αποτελούντων αυτή, να γίνονται απολύτως σεβαστές και μπορούν να εκφράζονται στα έργα τέχνης, όπως εξ άλλου οι ερωτικές επιλογές και ευαισθησίες και των υπολοίπων ομάδων του πληθυσμού της χώρας». Ο συγγραφέας μού έκανε την τιμή να παρουσιάσει αυτολεξεί την αιτιολογία αυτή στη σελίδα 113 του βιβλίου και τον ευχαριστώ γι’ αυτό.

Έχουμε στα χέρια μας ένα βιβλίο που πρέπει να διαβαστεί από όλους. Κυρίως από τους δικαστές. Όλους τους δικαστές.

⸙⸙⸙

[Το κείμενο διαβάστηκε στην παρουσίαση του βιβλίου στον Δικηγορικό Σύλλογο Αθηνών, στις 26 Μαΐου 2026. Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Φωτογραφία: ©Jay Maisel. Δείτε τα περιεχόμενα του δέκατου όγδοου ηλεκτρονικού μας τεύχους εδώ.]

Σε λίγο καιρό κοντά σας με νέο ηλεκτρονικό τεύχος στο mag.frear.gr

Mag.frear.gr – Τα ηλεκτρονικά μας τεύχη