«Η ανάγνωση είναι μια διαδρομή μέσα στο χώρο του κειμένου –
διαδρομή που αποσυνδέει το συνεχόμενο και συνδέει το απομακρυσμένο,
που συγκροτεί ακριβώς το κείμενο σε χώρο και όχι σε γραμμικότητα.» [1]
Στον βαθμό που δεχόμαστε ότι η δημιουργία της ποιητικής εικόνας είναι το αιφνίδιο παράγωγο μιας ανεπίγνωστης ψυχικής αναπαράστασης, η ποίηση είναι ένα σύστημα ακαριαίας μεταφοράς του συναισθηματικού αυτού ίχνους στο πεδίο της γλώσσας. Οι ποιητικές εικόνες δεν αποδίδουν ή προτείνουν απλώς ένα νόημα· εμβληματοποιούν ένα μνημονικό, εμπειρικό και υπαρξιακό υπόβαθρο που επανεπενδύεται με όρους συγχρονικότητας και συγκροτεί το αισθηματικό και αισθητηριακό σώμα του ποιήματος. Οι κρυπτικές και ασυνείδητες αναλογίες που συντίθενται από τον ποιητικό νου είναι υπόρρητα συστήματα, που φαντάζουν κλειστά και δυσανάγνωστα αν επιχειρήσουμε να τα ερμηνεύσουμε λογικιστικά. Μπορούν, ωστόσο, να είναι εξαιρετικά ακριβή ως προς το αίσθημα που προτάσσουν. Για να φωτίσουμε κάποιους από τους τρόπους με τους οποίους ο χώρος συμβάλλει στη συγκρότηση της ποιητικής εικόνας, είναι απαραίτητο να εντοπίσουμε πρώτα τη σχέση της χωρικής εμπειρίας με τη μνήμη. Ο χώρος στην ποίηση λειτουργεί ως συμβολικό σύστημα που υπομνύει όχι τον τόπο που ονοματίζεται, αλλά το ίδιο το βίωμα που έλαβε χώρα εκεί. Οι ποιητικές χωρικές αναφορές δεν είναι σκηνογραφικές ή ουδέτερες· κάθε τόπος που υπήρξαμε είναι σημειολογικά φορτισμένος μέσα μας και η ποιητική γλώσσα έχει τη δυνατότητα να ανασύρει και να επανεγγράψει το κιναισθητικό φορτίο αυτών των βιωμάτων είτε ως έκδηλο περιεχόμενο είτε ως λανθάνουσα ιδέα [2]. Ο ποιητικός νους επιστρατεύει τα απότοκα και τα συμπαραδηλούμενα της εμπειρίας, ονοματίζοντάς τα –κάποτε– και χώρο. Άλλοτε η ποιητική διεργασία, συνειδητά, τροφοδοτείται και αναπνέει μέσα από τα βιώματα που επανεπισκέπτεται, αποδίδοντάς τα φαντασιακά μεταπλασμένα και εμπλουτισμένα. Άλλες φορές ο ποιητικός χώρος γίνεται ταυτόσημος με την εμπειρία, παραλαμβάνοντας όλο το αλληγορικό και συμβολικό φορτίο του συμβάντος. Ή ακόμη, ο χώρος ουσιοποιείται — γίνεται ο ίδιος σύσταγμα της ανθρώπινης ύπαρξης, προσφέροντας στον αναγνώστη μια ομολογία εκδοχής της ανθρώπινης εμπειρίας με όρους χωρικότητας.
«Το σπίτι/ κοιτάζει τον δημόσιο δρόμο/ και τη θάλασσα/ με λογική τεσσάρων παραθύρων,/ χαμογελώντας στερεότυπα/ μ’ ένα πλατύ πορτοκαλί μπαλκόνι./ Σ’ αυτό το μπαλκόνι/ Σ’ αυτό το χαμόγελο, τ’ απογεύματα, η μάνα μου/ το δυσανάγνωστο της πρόσωπο/ εκθέτει./…» [3]
Ο βιωμένος χώρος μετατρέπεται σε κομμάτι της ύπαρξής μας και γίνεται σχεδόν ταυτόσημος με το σωματικό μας είναι. Ο χώρος σωματοποιείται, ομοιάζει μορφολογικά και σωματομορφικά με τον άνθρωπο και εκφράζεται όπως εκείνος. Ένα ποιητικό σπίτι μπορεί να «βλέπει», ένα μπαλκόνι να «χαμογελά», μια πόρτα να «μιλά». Ο χώρος και τα αντικείμενα προσωποποιούνται, γίνονται προεκτάσεις της ύπαρξής μας. Προβάλλουμε σε αυτά δικές μας ιδιότητες, καθιστώντας τα ψυχικά οικεία — ένα μεταφορικό σύστημα ταύτισης και προβολικής απόδοσης μιας μορφολογικής συγγένειας. «Ο χώρος βιώνεται σαν ένα ακόμα σωματικό όριο που χρησιμοποιείται από τον άνθρωπο όπως όλα τα άλλα: κλείνει τα παράθυρα, όπως “κλείνεται” και ο ίδιος.» [4] Μέσα από αυτή την αναλογία παράγονται ποιητικές εικόνες ενός αφαιρετικού και σχηματοποιημένου χώρου —σαν παιδική ζωγραφιά— που λειτουργεί ως ψυχικό αντίβαρο ικανό να αντέξει το βάρος της ανθρώπινης ύπαρξης στη δύση της ζωής.
«Είναι δύσκολο να πιστέψω/ πως μας τους έφερε η θάλασσα της Κερύνειας,/ είναι δύσκολο να πιστέψω/ πως μας τους έφερε η αγαπημένη θάλασσα της Κερύνειας/…/ Σκέψου να μας γίνει βραχνάς η οροσειρά της Κερύνειας/ σκέψου να την κοιτάμε με τρόμο,/ σκέψου να την υποψιαζόμαστε,/ σκέψου να τη μισάμε!/…/»[5]
Εδώ ο χώρος καθίσταται «συνένοχος», καθώς επιτρέπει να συμβούν τραγικά γεγονότα – όπως η εισβολή. Δεν ανθρωποποιείται, όμως γίνεται δέκτης του τραύματος: επιτρέπει, μέσω της απεύθυνσης, να μεταβιβαστεί επάνω του ο πόνος, ώστε να μπορέσει ο ποιητής να τον αναφέρει με τρόπο που να είναι ψυχικά ανεκτός. Η ποίηση συγκροτείται, συν τοις άλλοις, ακριβώς εκεί όπου δεν είναι δυνατό να βιώσουμε ευθέως τις εκφάνσεις της εμπειρίας. Μέσα σε αυτή τη συνθήκη, η ενέργεια των ποιητικών εικόνων και των χωρικών αναφορών δεν συνδέεται με την κυριολεξία τους. Όπως σημειώνει ο Ρικέρ, η ποιητική γλώσσα δεν μας λέει «πώς είναι τα πράγματα στην κυριολεξία, αλλά ως τι είναι» [6] μέσα μας: αποκαλύπτει δηλαδή τις εσώτερες και υπαρξιακές διαστάσεις που υπερβαίνουν τον γεωμετρημένο κόσμο και λειτουργούν ως βαλβίδες αποσυμπίεσης του τραύματος.
«Καμία φορά αναρωτιέμαι γιατί τα γράφω όλα αυτά, κι αν θα/ παρηγορήσουν ποτέ κανέναν, προτιμούσα, λοιπόν, να μένω γονατιστός (ήταν δικό μου το σπίτι),/ όμως γρήγορα έχανα τον ειρμό/ με τον ίσκιο εκείνων των μεγάλων φτερών πάνω στον τοίχο, ενώ/ ήμουν ολομόναχος στην κάμαρα, έτρεχα τότε στο απάνω πάτωμα,/ ψάχνοντας κι ύστερα πιο πάνω ως πέρα τους εξώστες. Ώσπου/ όταν ξανακατέβαινα είχε τελειώσει η γιορτή./ Άνοιγα τότε την πόρτα και κοίταζα ήρεμος τη νύχτα,/ επειδή τίποτα δεν άλλαξε, κι ο καθένας ζει με τον τρόπο του/ την αιώνια παραπλάνηση.» [7]
Ο χώρος γίνεται φορέας μιας αλληλουχίας εικόνων, όπως συμβαίνει κατά την εργασία των ονείρων. Δημιουργεί μια κοσμολογική και οντολογική ατμόσφαιρα όπου η ύπαρξη δεν εκτυλίσσεται γραμμικά, αλλά μέσα από διαδοχικά επίπεδα εμπειρίας και παραμυθίας. Το ποιητικό υποκείμενο ανιχνεύει τον εαυτό του στο εσωτερικό τοπίο του σπιτιού – ο χώρος γίνεται αντανάκλαση της συνείδησής του. Η κάθοδος και η άνοδος στα πατώματα δεν είναι περιγραφική κίνηση· υποδηλώνει τη διαρκή αναζήτηση νοήματος μέσα στον κύκλο της ύπαρξης. Το «σπίτι» εδώ ταυτίζεται με τον εαυτό, γίνεται ο τόπος της υπαρξιακής εγγραφής — μια δόμηση του εσωτερικού χρόνου μέσα στον χώρο. Η ποίηση εδώ καθιστά τον χώρο συνείδηση και μνήμη ταυτόχρονα. Κάθε σιωπή, κάθε σκιά του τοίχου, κάθε ίσκιος λειτουργεί ως μεταφορά του εσωτερικού βίου του ανθρώπου. Ο χώρος μετατρέπει το άυλο σε απτό, προσφέροντας μια χωρική αλληγορία του ψυχικού κόσμου. Το δωμάτιο, οι εξώστες, η νύχτα, συγκροτούν ένα εσωτερικό σύμπαν όπου η ύπαρξη γράφεται, σβήνεται και ξαναγράφεται μέσα στη μεταβλητότητα της εμπειρίας, αποκαλύπτοντας έτσι τον υπαρξιακό πυρήνα του ποιητικού χώρου.
«Η αγωνία της ποίησης είναι να εφευρίσκει και να συγκροτεί νοήματα από την εμπειρία». [8]
Η νοηματική και αισθηματική πειστικότητά ενός ποιητικού κειμένου εξαρτάται, συν τις άλλοις, από το αν οι ποιητικές εικόνες εκκινούν από βιώματα που έχουν καταγραφεί με δυνατό σωματικό ή συναισθηματικό πρόσημο στο ασυνείδητο. Το ποιητικό κείμενο είναι πλήρες νοήματος όταν μπορέσει να υπομνήσει την εμπειρία από την οποία αντλεί και να καταστήσει δυνατή την αναβίωσή της από τον αναγνώστη, συγκροτώντας τις προϋποθέσεις για αληθινή συγκίνηση. Σε πολλές περιπτώσεις αυτό καθίσταται δυνατό στον βαθμό που η μετεγγραφή αυτή κεντρώνεται γύρω από τον χώρο. Ο χώρος, στην ποίηση, δεν αποτελεί πλαισιωτικό σκηνικό. Μέσα από τη χωρική μνήμη, η γλώσσα αποκτά σωματικότητα και η εμπειρία μορφοποιείται σε ποιητική εικόνα. Το βιωμένο τοπίο, το σπίτι, η θάλασσα ή το δωμάτιο δεν είναι εξωτερικά αντικείμενα αλλά προεκτάσεις του ψυχικού χώρου του ανθρώπου. Ο ποιητικός χώρος προσφέρει μια ασυνείδητη και ανεκτή δίοδο προς το βάρος της υπαρξιακής εμπειρίας. «Ο χώρος είναι υπαρκτικός και η ύπαρξη είναι χωρική» [9] σημειώνει ο Μερλώ-Ποντύ. Έτσι, η ποιητική γραφή γίνεται πεδίο επανίδρυσης της σχέσης του υποκειμένου με τον εαυτό και η επιστράτευση του χώρου απαντά στην ανάγκης να αποδωθεί συμβολικά και κρυπτικά αυτό που διαφεύγει της νοητικής, ενσυνείδητης σύλληψης.
Υποσημειώσεις-Βιβλιογραφικές αναφορές
1. Τ. Τοντόροφ, Ποιητική, Εκδόσεις Γνώση (Αθήνα, 1989).
2. Διερευνώντας την ερμηνεία των ονείρων, στην Εισαγωγή στην ψυχανάλυση, ο Φρόυντ προτείνει τη θεωρία του έκδηλου περιεχόμενου και της λανθάνουσας ιδέας. Υποστηρίζει πως οι εικόνες που εμφανίζονται στα όνειρα εμπεριέχουν ένα κρυπτικό νόημα, ένα περιεχόμενο που κατά την συγκρότηση του ονείρου συσκοτίζεται από το ασυνείδητο με σκοπό να προστατεύσει τον ψυχισμό από μια ευθεία αποκάλυψη, πιθανών, δυσβάσταχτων ή τραυματικών ενδόμυχων αισθημάτων. Σ. Φρόυντ, Εισαγωγή στην ψυχανάλυση-7η παράδοση: To έκδηλο περιεχόμενο του ονείρου και οι λανθάνουσες ονειρικές ιδέες, μετάφραση: Λευτέρης Αναγνώστου, εκδ. Επίκουρος (Αθήνα, 2015).
3. Κ. Δημουλά, «Βιογραφικός πίνακας», Ποιήματα– Δ΄ έκδοση, Εκδόσεις Ίκαρος (Αθήνα, 1998).
4. Σ. Σταυρίδης, Η συμβολική σχέση με τον χώρο, Εκδόσεις Κάλβος (Αθήνα, 1990).
5. Κ. Μόντης, «Στιγμές της εισβολής», συλλογή «Πικραινόμενος εν εαυτώ», Άπαντα Α΄ – Ποίηση, Ίδρυμα Αν. Λεβέντη (Λευκωσία, 1987).
6. Π. Ρικαίρ, Λόγος και σύμβολο, μετάφραση: Μαβίνα Πανταζάρα, Αρμός (Αθήνα, 2002).
7. Τ. Λειβαδίτης, «Γιορτή», συλλογή Νυχτερινός επισκέπτης, Αφοι Τολίδη (Αθήνα, 1972).
8. Β. Λεοντάρης, Κείμενα για την ποίηση, Νεφέλη (Αθήνα, 2001).
9. Μ. Μερλώ-Ποντύ, Φαινομενολογία της αντίληψης, μετάφραση Κική Καψαμπέλη, Νήσος (Αθήνα, 2016).
⸙⸙⸙
[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Ζωγραφική: Paul Klee. Δείτε τα περιεχόμενα του δέκατου όγδοου ηλεκτρονικού μας τεύχους εδώ.]







