Αλαίν ντε Μπενουά, Νέα Δεξιά. [Μετα]πολιτικό μανιφέστο, πρόλογος-μεταφράσεις: Θεόδωρος Ε. Παντούλας, Επίμετρο: Μασιμιλιάνο Κάπρα, Κλαούντιο Κάπο, Διονύσιος Σκλήρης, εκδ. Manifesto, 2025.
Στο εύστοχο και κατατοπιστικό προλόγισμά του ο Παντούλας γράφει αρχίζοντας: «Από όσα γνωρίζω ο Alain de Benoist ξεκίνησε από την ακροδεξιά. Όσο να πεις, στη χώρα του Βισύ ειδικά, αυτό ήταν άσχημη σύσταση και δύσκολή αφετηρία. Πέρασε στη Δεξιά, δεν πολυστάθηκε όμως εκεί και κάποια στιγμή πρότεινε τη ‘Νέα δεξιά’. Αλλά ούτε κι εκεί στέργιωσε, αφού, έχοντας στο μεσοδιάστημα εγκαταλείψει και τον χαρακτηριστικό της Δεξιάς αντικομμουνισμό, εκτίμησε ότι το δίπολο Αριστερά-Δεξιά είναι παραπειστικό και ξεπερασμένο από την ίδια την πραγματικότητα που αντιμετωπίζεται μόνο με μια, κάπως ασαφή σ’ εμένα, ‘μεταπολιτική’ δραστηριότητα».
Χρειάζεται να πω, αρχίζοντας με τη σειρά μου, ότι αυτό που με ώθησε να γράψω για το βιβλίο δεν ήταν η πολιτική διαδρομή του Μπενουά, αλλά ορισμένες γόνιμες κρίσεις, θεωρήσεις και προτάσεις που έρχονται κοντά και σε δικές μου ανάλογες, τις οποίες έχω διατυπώσει κατά καιρούς στα όσα έχω γράψει (μάλλον εις ώτα μη ακουόντων) και μάλιστα στο βιβλίο μου Το τέλος του ανθρώπου ή η παραμόρφωσή του (Αρμός 2022). Προσθέτω ακόμη ότι πρωτοδιάβασα κείμενα του Μπενουά σε σχετικές αναρτήσεις του Νέου Πλανοδίου.
Προτού προχωρήσω θέλω να διευκρινίσω ότι για μένα ο χώρος της πολιτικής (ή Πολιτικής) βρίσκεται «εγγύς του μη όντος», από τότε που ο οικονομισμός έπεσε πάνω της και σχεδόν την έπνιξε, υποχρεώνοντάς την να μεταβληθεί σε ένα είδος επιχείρησης και σε μια μορφή εγκλεισμού σε ομάδες ελιτίστικες που θέλουν να κυβερνούν τον κόσμο ερήμην των λαών.
Έρχομαι τώρα στο βιβλίο και παραθέτω ορισμένα αποσπάσματα:
«Με τον όρο νεωτερικότητα προσδιορίζεται το πολιτικό και φιλοσοφικό κίνημα των τριών τελευταίων αιώνων της δυτικής ιστορίας. Χαρακτηρίζεται κυρίως από πέντε συγκλίνουσες διεργασίες: την εξατομίκευση, μέσω της καταστροφής των παλαιών κοινοτήτων του ανήκειν, τη μαζικοποίηση μέσω της υιοθέτησης τυποποιημένων συμπεριφορών και τρόπων ζωής, την αποιεροποίηση, μέσω της υποχώρησης των μεγάλων θρησκευτικών αφηγήσεων προς όφελος μιας επιστημονικής ερμηνείας του κόσμου, τον εξορθολογισμό, με την κυριαρχία της εργαλειακής σκέψης, μέσω των εμπορικών συναλλαγών και της τεχνολογικής αποτελεσματικότητας, την παγκοσμιοποίηση μέσω της επέκτασης ενός μοντέλου κοινωνίας που θεωρείται, εμμέσως, ως το μόνο λογικά δυνατό επομένως και ανώτερο» (σ. 19-20).
Σπεύδω να σημειώσω ότι ο Μπενουά διαθέτει μια σπάνια ελευθερία σκέψης για Ευρωπαίο διανοητή, όχι μονάχα επειδή έχει ξεγράψει την πόλωση Δεξιά-Αριστερά αλλά επειδή έχει βάλει σε παρένθεση την περιβόητη νεωτερικότητα για την οποία εξακολουθούν να σφάζονται πολλοί διανοητές και διανοούμενοι του καιρού μας ακόμη και εδώ στην Ελλάδα. Την έβαλε σε παρένθεση για να προχωρήσει πιο πέρα και αφού μας έδωσε τα πλήρη χαρακτηριστικά της. Είναι πολλοί που ξέρουν αυτά τα χαρακτηριστικά; Και κάτι άλλο: είναι πολλοί που θεωρούν ότι μπορούμε να προχωρήσουμε πιο πέρα;
Λογαριάστε ότι ο Μπενουά δεν έχει πίσω του ούτε Ορθοδοξίες, ούτε βυζαντινό πολιτισμό, ούτε ελληνοκεντρικότητες. Ωστόσο, οι επισημάνσεις του είναι σημαντικές γιατί τολμάει να περιγράψει την αρνητική όψη του δυτικού πολιτισμού όπως δεν την βρίσκεις έτσι συνοπτικά και με σαφήνεια διατυπωμένη.
Στους ορισμούς που μας έδωσε στο αναφερθέν απόσπασμα θα συμπλήρωνα ότι η «μαζικοποίηση» συνδυάζεται με τις μαζικές δημοκρατίες και την τρομερή ανάπτυξη μιμητισμού, ενώ η «επιστημονική ερμηνεία του κόσμου» κοντεύει να αποτελεί απόλυτη αλήθεια για την οποία σπανίζουν οι κριτικές΄, τη στιγμή μάλιστα που πλήθος επιστημόνων έχουν συμβάλει τα μέγιστα στην ανάπτυξη της στρατιωτικής βιομηχανίας και στους εξοπλισμούς. Αξίζει ιδιαίτερη υπογράμμιση η παρατήρησή του ότι ο δυτικός κόσμος εδώ και αιώνες «δανείζεται έννοιες και προοπτικές από την χριστιανική μεταφυσική», τις οποίες μεταφέρει στην κοσμική ζωή, αφού πρώτα τις αδειάσει «από κάθε διάσταση υπερβατικότητας». Στο σημείο αυτό ας μου επιτραπεί να παραλληλίσω με διατυπώσεις του Γάλλου Φιλίπ Νεμό, ο οποίος στο βιβλίο του Τι είναι η Δύση; (επιστ. επιμέλεια Μ. Παπαδήμα, βιβλιοπωλείον της ‘Εστίας’, 2008) λέει λίγο πολύ ότι η προοδευτική εκκοσμίκευση του χριστιανισμού στη Δύση, στην ουσία σήμαινε την εφαρμογή των χριστιανικών αληθειών στην πράξη πολύ καλύτερα απ’ ό,τι έγινε στην Ανατολή με την Ορθοδοξία της! (Δες και Σ. Γουνελά, Ο αντιχριστιανισμός, Αρμός 2009, σ.85-86). Η αντίληψη του Νεμό είναι αρκετά διαδεδομένη αλλά το ερώτημα είναι: τι Χριστιανισμός είναι αυτός που στερείται υπερβατικού στοιχείου, όπως το διατυπώνει ο Μπενουά; Σε πιο σωστά θεολογική γλώσσα το ίδιο ερώτημα γίνεται: υπάρχει Χριστιανισμός χωρίς σχέση με το Πρόσωπο του Χριστού, τη σημασία της Ενανθρώπισης και το εκκλησιαστικό μυστήριο;
Μας θυμίζει ο Μπενουά δύο άλλες βασικές αλήθειες που απορρέουν από την χριστιανική θεώρηση της ζωής και αυτές είναι ο ατομικισμός και η ισότητα. Το διατυπώνει έτσι: «Ο ατομικισμός ήταν ήδη παρών στην έννοια της ατομικής σωτηρίας και στην προνομιακή εσωτερική σχέση που διατηρεί ο πιστός με τον Θεό, μια σχέση που κατισχύει κάθε επίγειου ριζώματος». Εννοείται ότι μέσα στη νεωτερικότητα ο ατομικισμός παραδίνεται στην ενδοκοσμικότητα και στο διογκωμένο εγώ, εκκοσμικεύεται και εμπορευματοποιείται (Μαρξ). Όσο για την «ισότητα», ήταν κι αυτή, λέει, χριστιανικής προέλευσης και «πηγάζει από την ιδέα ότι όλοι οι άνθρωποι είναι εξίσου κλητοί στη λύτρωση, καθώς είναι όλοι εξίσου προικισμένοι με μια ατομική ψυχή, της οποίας η απόλυτη αξία είναι κοινή για όλη την ανθρωπότητα» (σ. 20). Θα το διατύπωνα λίγο διαφορετικά: Όλοι είναι ίσοι απέναντι στον Θεό και στον Νόμο, αλλά η νέα κλήση (Ευαγγέλιο) που γίνεται εν Χριστώ, δεν φέρνει μονάχα τη λύτρωση αλλά και τη δυνατότητα της θέωσης ή χριστοποίησης, λένε οι Πατέρες. Αυτή η διάσταση έχει εξαφανιστεί στον δυτικό κόσμο (όπως περίπου έχει εξαφανιστεί και η Ανάσταση) και η ισότητα έγινε επίπεδη και κλεισμένη σε αγοραίες νομικοοικονομίστικες διαστάσεις. Εδώ θα μου επιτρέψετε να ρωτήσω: γιατί είναι περισσότεροι αυτοί που μεριμνούν στην Ανατολή (και στην Ελλάδα βέβαια) για τη θέωση και την χριστοποίηση;
Όμως εκεί που το κείμενο γίνεται πιο ενδιαφέρον είναι όταν μιλάει για την κρίση της νεωτερικότητας, κρίση που υπάρχει είτε το θέλουμε είτε όχι. Θεωρεί πως η ελευθερία και η ισότητα τις οποίες πρέσβευε η νεωτερικότητα προδόθηκαν και σήμερα «τα άτομα…βρίσκονται πλέον κάτω από το πέλμα τεράστιων μηχανισμών εξουσίας και λήψης αποφάσεων, ενώπιον των οποίων, η ελευθερία τους παραμένει καθαρά τυπική. Υφίστανται την παγκοσμιοποιημένη εξουσία της αγοράς, της τεχνοεπιστήμης ή της επικοινωνίας, χωρίς ποτέ να μπορούν να αποφασίσουν για την πορεία τους» (σ. 22).
Δεν αρκούν οι κριτικές που άσκησε στο σύστημα ο Μαρξ, η Βέιλ, ο Καστοριάδης, ο Παπαϊωάννου, ο Κυριαζόπουλος, ο Καλλιόρης και άλλοι δικοί μας. Χρειάζεται να σταθούμε στα σημερινά κυρίαρχα στοιχεία. Ο Μπενουά τα ονομάζει: «παγκοσμιοποιημένη εξουσία της αγοράς», «τεχνοεπιστήμη» (εδώ είχε μιλήσει θαυμάσια ο Ζακ Ελλύλ) και «επικοινωνία» που θα την έλεγα μάλλον τηλεπικοινωνία και απουσία αληθινής επικοινωνίας. Θα πρόσθετα ότι στις περισσότερες αναλύσεις που διαβάζει κανείς σήμερα το βάρος πέφτει στα οικονομίστικα και τεχνοκρατικά συστήματα, όχι για να υπάρξει αξιολόγηση ή κριτική αλλά για να αναμασήσουμε τα ίδια και τα ίδια χωρίς διαφοροποιήσεις. Απαγορεύεται θαρρείς να τοποθετηθείς έξω από τον σφιχτό κλοιό της γενικής ισοπέδωσης του δυτικού (αγοραίου) πολιτισμού.
Σχετικά με την «ιδεολογία της προόδου» σημειώνει:
«Κάθε γενιά αντιμετωπίζει πια έναν κόσμο διαφορετικό από εκείνον των πατέρων της: αυτή η αέναη καινοφάνεια που βασίζεται στην απαξίωση της καταγωγής και της συσσωρευμένης πείρας, προστιθέμενη στη συνεχώς επιταχυνόμενη μεταμόρφωση του τρόπου ζωής και του περιβάλλοντος διαβίωσης, δεν παράγει ευτυχία αλλά άγχος» (σ. 23).
Έχουμε και λέμε: πολύ ωραία μετέφρασε ο Παντούλας «αέναη καινοφάνεια». Μάλλον αμερικάνικη θα είναι αυτή η έμπνευση, να παράγεται διαρκώς κάτι καινούργιο, κάτι νέο που να μην είχε ξαναπαρουσιαστεί. Μια χώρα που έχει 250 χρόνια ιστορία για ποιο παλαιό πράγμα να μιλήσει και προπαντός να θυμηθεί; Στερούνται μνήμης και ίσως αυτός είναι ο λόγος που προωθήθηκε το κομπιούτερ-υπολογιστής (έχουμε σκεφτεί τη σημασία της λέξης; Έχουμε σκεφτεί ότι κατά βάθος εξυπηρετεί ένα τεράστιο σύστημα κατασκοπείας;). Επιλέγει ο Μπενουά τις εκφράσεις: «απαξίωση της καταγωγής και της συσσωρευμένης πείρας» και «συνεχώς επιταχυνόμενη μεταμόρφωση του τρόπου ζωής». Το δεύτερο συνδέεται με αυτό που λένε αιώνας της ταχύτητας. Αλήθεια, γιατί τρέχει όλος αυτός ο κόσμος; Κάθε τόσο ακούγεται ότι οι αλλαγές που έγιναν στο διάστημα των τελευταίων δεκαετιών αντιστοιχούν σε αλλαγές που απαίτησαν παλιότερα χίλια και πλέον χρόνια! Οι άνθρωποι παραδίνονται στο άγχος, η κατάθλιψη εξαπλώνεται και το «σύστημα» δεν δίνει δεκάρα.
Ο Μπενουά γράφει αναφερόμενος στον περασμένο αιώνα (20ό):
«Καταστρέφοντας τον πραγματικό κόσμο για χάρη της εργαλειακής λογικής η υλική μεγέθυνση και ανάπτυξη έχουν οδηγήσει σε μια άνευ προηγουμένου φτωχοποίηση του πνεύματος. Έχουν γενικεύσει την ανησυχία, το άγχος του να ζεις σε ένα διαρκώς αβέβαιο παρόν, σε έναν κόσμο που στερείται παρελθόντος και μέλλοντος. Η νεωτερικότητα γέννησε έτσι τον πιο κενό πολιτισμό που γνώρισε ποτέ η ανθρωπότητα» (σ. 23-24).
Δεν ξέρω αν οι νεώτερες γενιές μπορούν να τα καταλάβουν αυτά. Πρέπει να έχεις πατήσει το πόδι σου και την ύπαρξή σου και στον παλιότερο κόσμο και στον σημερινό για να πάρεις είδηση. Τα πλήθη φέρονται και άγονται όπου τα παρασύρει το κυρίαρχο πνεύμα, αλλά το κυρίαρχο πνεύμα κατακλύζεται από αυτά που απαριθμεί ο Μπενουά κάπως έτσι:
«Η γλώσσα της διαφήμισης έχει γίνει το υπόδειγμα όλων των κοινωνικών ιδιωμάτων.
Η κυριαρχία του χρήματος επιβάλλει παντού την παρουσία των εμπορευμάτων.
Ο άνθρωπος μετατρέπεται σε αντικείμενο συναλλαγής μέσα σε μια ατμόσφαιρα φτωχού ηδονισμού.
Η τεχνολογία εγκλωβίζει τον ζωντανό κόσμο στο καθησυχαστικό και εξορθολογισμένο δίκτυο της ιδιωτικότητας.
Η παραβατικότητα, η βία και οι βαρβαρισμοί διαδίδονται σε έναν πόλεμο όλων εναντίον όλων και του καθενός εναντίον του εαυτού του.
Το άτομο, αβέβαιο, βουλιάζει στους εκτός πραγματικότητας κόσμους των ναρκωτικών, της εικονικότητας και των μέσων μαζικής ενημέρωσης.
Οι εξοχές ερημώνονται και μετατρέπονται σε αβίωτες περιφέρειες και τερατώδεις μεγαλουπόλεις.
Το μοναχικό άτομο βυθίζεται σε ένα ανώνυμο και εχθρικό πλήθος, ενώ οι παλιές κοινωνικές, πολιτικές, πολιτιστικές ή θρησκευτικές διαμεσολαβήσεις γίνονται όλο και πιο αβέβαιες και αδιαφοροποίητες» (ό.π.).
Αντί άλλου σχολίου θα παραθέσω σχετικό απόσπασμα από το βιβλίο μου Το τέλος του ανθρώπου ή η παραμόρφωσή του:
«…ο σημερινός άνθρωπος (μετά τον 17ο αιώνα θα έλεγα), διαμορφώνεται ως αυτόνομη ή καλύτερα αυτοπαραγώμενη ατομικότητα που εργαλειοποιείται μέσα σε έναν κόσμο προετοιμασμένο από την επιστήμη και τη βιομηχανία, αλλά αφήνεται στον μαζικοποιημένο εαυτό του. Θα πρόσθετα πως υπάρχει μια θεμελιακή αντίφαση στις σημερινές κοινωνίες. Ενώ έχουμε έξαρση του υποκειμένου ή του ατομικισμού που φτάνει στην αποθέωση του self, από την άλλη έχουμε παράδοση σε μια μαζοποίηση-κοινωνικοποίηση που μετατρέπει τα υποκείμενα σε ρέοντα αντικειμενοποιημένα πλάσματα που οργανώνονται και διαβιούν βάσει αφηρημένων εννοιών. Είναι σαν οι αφηρημένοι αυτοί άνθρωποι μέσα στην πεζότητά τους να κυνηγούν μελλοντικές ιδανικές κοινωνίες, ενώ στο παρόν θυσιάζονται εκατόμβες ζωντανών ανθρώπων» (Το τέλος…, σ. 31).
Δεν είναι παράξενο που επιλέγει τον φιλελευθερισμό για να τον ονομάσει στον τίτλο του κεφαλαίου του «ο κύριος εχθρός». Και αμέσως έρχεται η φράση: «Αρχικά, η φιλελεύθερη σκέψη κατέστησε την οικονομία αυτόνομη από την ηθική, την πολιτική και την κοινωνία στις οποίες ήταν προηγουμένως ενσωματωμένη. Σ’ έναν δεύτερο χρόνο ανέδειξε την εμπορική αξία σε υπέρτατη παράμετρο του συνόλου της κοινής ζωής» (σ. 26). Έτσι περνούμε από την οικονομία της Αγοράς στην κοινωνία της Αγοράς, ζήτημα που έχει υπογραμμίσει και ο Γ. Καλιόρης στο βιβλίο του Η κοινωνία της ορθοπεταλιάς (Αρμός 2004). Ο Μπενουά το εξηγεί έτσι: «δηλαδή την επέκταση των νόμων της εμπορικής συναλλαγής σε όλες τις περιοχές της ύπαρξης». Από τότε, μάλιστα, που μπήκαν και τα πολιτιστικά προϊόντα στη συμφωνία του Παγκοσμίου Εμπορίου, το κακό ολοκληρώθηκε. Η φράση του Μπενουά είναι αποκαλυπτική: «εμπορική συναλλαγή σε όλες τις περιοχές της ύπαρξης». Καταλαβαίνουμε τι σημαίνει αυτό; Ενδιαφερόμαστε να καταλάβουμε; Σημαίνει την απόλυτη αλλοτρίωση του ανθρώπου ο οποίος παραδίνει τον εαυτό του στην εμπορευματοποίηση και την απόλυτη εξάρτηση από την οικονομική συναλλαγή! Μα τότε για ποια Ελευθερία (και αν θέλετε και για ποια Δημοκρατία) γίνεται λόγος;
Έρχεται μετά να πει ότι «Παρά τα όσα τους εναντιώνουν, ο φιλελευθερισμός και ο μαρξισμός ανήκουν κατά βάση στο ίδιο σύμπαν, το κληροδοτημένο από τη σκέψη του Διαφωτισμού: ο ίδιος θεμελιώδης ατομικισμός, ο ίδιος εξισωτικός οικουμενισμός, ο ίδιος ορθολογισμός, η ίδια πρωτοκαθεδρία του οικονομικού παράγοντα, η ίδια επιμονή στη χειραφετική αξία της εργασίας, η ίδια πίστη στην πρόοδο, η ίδια προσδοκία για το τέλος της ιστορίας» (σ. 29). Ο Μπενουά εξηγεί πολύ λεπτομερέστερα τις διαστάσεις αυτές και περνά σε επόμενα κεφάλαια όπου θίγονται θέματα όπως: «άνθρωπος μια έμβια περίπτωση», «κοινωνία ένα σύνολο κοινοτήτων», «η πολιτική: μια ουσία και μια τέχνη», «η οικονομία πέραν της αγοράς» κ.α.
Μιλώντας για τον άνθρωπο αναφέρει: «οικοδομούμε τους εαυτούς μας ιστορικά και πολιτισμικά με βάση τις προϋποθέσεις της βιολογικής μας σύστασης οι οποίες αποτελούν το όριο της ανθρωπινότητάς μας. Αυτό που βρίσκεται πέρα από αυτό το όριο, μπορεί να ονομαστεί Θεός, σύμπαν, ανυπαρξία ή Είναι: το ερώτημα του ‘γιατί’ δεν έχει πλέον νόημα, αφού αυτό που βρίσκεται πέρα από τα ανθρώπινα όρια είναι εξ ορισμού αδιανόητο» (σ. 32 και 33). Γράφοντας τα αυτά καταργεί τις μονομέρειες και τη μονοδιάσταση θεώρηση της ζωής (είτε καπιταλιστική είναι, είτε μαρξιστική, είτε ψυχαναλυτική), αυτές δηλαδή που εξαρτούν τη ζωή του ανθρώπου σε όσα επεσήμανε σε προηγούμενα αποσπάσματα και επιχειρεί να ξαναρχίσει από την αρχή, με βάση τον άνθρωπο και τα κύρια χαρακτηριστικά του, μαζί με ένα άνοιγμα προς ό, τι τον υπερβαίνει χωρίς, ωστόσο, μια θεμελιακή μεταφυσική Αλήθεια ή χριστιανική εμπέδωση αυτής της Αλήθειας. Έχει σημασία να προσέξουμε τι λέει παρακάτω: «Η ιδέα ενός απόλυτου, καθολικού και αιώνιου νόμου, ο οποίος καλείται να καθορίσει τελικά τις ηθικές, θρησκευτικές ή πολιτικές μας επιλογές, φαίνεται επομένως αβάσιμη. Αυτή η ιδέα είναι η βάση όλων των ολοκληρωτισμών» (σ. 36).
Υποστηρίζει μεταξύ άλλων ότι δεν υπάρχει ένας πολιτισμός και μια κοινωνία (παγκοσμιοποιημένη) και καταφάσκει στην «κοινή ανθρώπινη φύση» και στις διαφοροποιήσεις πολιτισμών, αναγνωρίζοντας τη μοναδικότητα του όντος άνθρωπος και τη σημασία των διαφορετικών κοινοτήτων που ο λεγόμενος δυτικός πολιτισμός, με τη συνεργασία της νεωτερικότητας και του ατομικισμού, τείνει να ισοπεδώνει αυτό που προϋπήρχε, πάνω στο οποίο χτίζονταν οι κοινότητες και οι επί μέρους πολιτισμοί. Που σημαίνει ότι «Με το να γίνεται πιο μοναχικός ο άνθρωπος (εννοεί στις απρόσωπες σύγχρονες κοινωνίες) έγινε επίσης πιο ευάλωτος και πιο ανίσχυρος. Έχει αποκοπεί από το νόημα επειδή δεν μπορεί πλέον να ταυτιστεί με ένα πρότυπο, επειδή δεν έχει πλέον νόημα να τοποθετήσει τον εαυτό του από τη σκοπιά του κοινωνικού συνόλου» (σ. 39). Μέσα σ’ αυτόν τον πολιτισμό της οικονομοκρατίας, της τεχνοκρατίας και της απροσωπίας, αποξενώνονται οι άνθρωποι και τείνουν να βλέπουν τον άλλο ως αντίπαλο, διεκδικητή του ίδιου συμφέροντος, άγνωστο και ξένον.
Δύο κεφάλαια του βιβλίου έχουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον και τα βρίσκω πιο κοντά σε δικά μου γραφτά: «Η οικονομία πέραν της αγοράς» και «Ηθική: η συγκρότηση του εαυτού».
Με άμεσο τρόπο καταγγέλλει την «ανάδυση ενός αφηρημένου ισοδύναμου (χρήμα)» στο κέντρο κάθε ανταλλακτικής συναλλαγής ως «παραμύθι που επινόησε ο φιλελευθερισμός» (σ. 46). Ο Μπενουά είναι από τους ελάχιστους διανοητές που δεν αναγνωρίζει την πρωτιά στην οικονομία ή ακόμη και στην εργασία, καθώς αυτή την πρωτιά την συνάπτει με τον φιλελευθερισμό και τον μαρξισμό. Πολύ σωστά διακηρύττει ότι «Η σύγχρονη κοινωνία χαρακτηρίζεται από την υπερτροφία της εμπορικής δοσοληψίας» και «Η φιλελεύθερη οικονομία μετέφρασε την ιδεολογία της προόδου σε θρησκεία της ανάπτυξης» θεωρώντας ότι όλο και περισσότερη κατανάλωση και παραγωγή θα φέρουν την ευτυχία. Και θέτει παρακάτω το ζήτημα: «σε έναν κόσμο με περιορισμένους πόρους και υποκείμενο στην αρχή της εντροπίας, μια ορισμένη αποανάπτυξη αποτελεί τον αναπόφευκτο ορίζοντα της ανθρωπότητας» (σ. 47) Ανάλογες θέσεις υποστηρίζω στο βιβλίο Το τέλος του ανθρώπου … (δες το κεφάλαιο «Κορονοϊός-μια άλλη ανάγνωση» και ειδικότερα τις σελίδες 227-229).
Αυτά θα ίσχυαν εάν δεχόμασταν ότι η ζωή μάς δόθηκε για να τη μετατρέψουμε σε αγώνα επιβίωσης δισεκατομμυρίων ανθρώπων προωθώντας ένα οικονομικό σύστημα που έχει για κύριο και μόνιμο σκοπό το κέρδος. Ο Αριστοτέλης είχε από εκείνα τα χρόνια θέσει το ζήτημα της Οικονομίας και του χρήματος μιλώντας για δυο οικονομίες: αυτήν των πραγματικών αναγκών –της οικίας, της πόλης, του κράτους– και αυτήν της λεγόμενης «χρηματιστικής» που έχει για μόνιμο σκοπό το κέρδος. Το είχα αναφέρει στο Τέλος του ανθρώπου. Πραγματικά με εντυπωσίασε το ότι βρήκα στον Μπενουά (εδώ στη σ. 82) την ίδια ακριβώς αναφορά στον Αριστοτέλη. Είναι από τους λίγους που έχουν πάρει είδηση ότι η ζωή δεν κλείνεται στις διακηρύξεις των τριών τελευταίων αιώνων όπου θριαμβεύει η επιστήμη, η οικονομοκρατία και η τεχνοκρατία αλλά εξαρτάται, πέρα από τη σημασία της υπερβατικής διάστασης, από τα ανθρώπινα πάθη και τη διαχείρισή τους, «από τον σεβασμό στην αρμονία και την ομορφιά της φύσης», τονίζοντας –σπουδαία υπογράμμιση– τη σημασία «όλων των μη μετρήσιμων στοιχείων που η οικονομική επιστήμη έχει αυθαίρετα αποκλείσει από τους υπολογισμούς της» (47-48). Ακόμα δεν έχουμε καταλάβει ότι η επιστήμη και η τεχνολογία τα έχουν όλα μετατρέψει σε μετρήσιμα!

Στο κεφάλαιο με τίτλο «Ενάντια στη χρηματιστηριακή φυγή προς τα εμπρός, για μια οικονομία στην υπηρεσία του πραγματικού κόσμου», η επισήμανσή του ότι «Ο βιομηχανικός καπιταλισμός έχει βαθμιαία αντικατασταθεί από τον χρηματοπιστωτικό καπιταλισμό, ο οποίος στοχεύει στην οργάνωση της μέγιστης βραχυπρόθεσμης κερδοφορίας εις βάρος της πραγματικής κατάστασης των εθνικών οικονομιών και του μακροπρόθεσμου συμφέροντος των λαών» (σ. 82) είναι από τις πιο καίριες και μάλιστα χωρίς να προέρχεται από αριστερό ή κομμουνιστή. Προέρχεται ωστόσο, από διανοητή που β λ έ π ε ι. Γιατί το ζήτημα δεν είναι να σωρεύουμε γνώσεις χωρίς να καταλαβαίνουμε τι γίνεται, ή χωρίς να θέλουμε να καταλάβουμε. Είναι να έχουμε τρόπο (αν όχι και χάρισμα) να διακρίνουμε το αληθινό από το ψεύτικο, το πραγματικό από την καλλιεργούμενη απάτη. «Όταν βλέπεις από κάποια «κέντρα» να προωθείται αυτό που λέει «απελευθέρωση της κερδοσκοπίας» και «άναρχη έκδοση αναξιόπιστων ομολόγων», ενώ την ίδια στιγμή υπερχρεώνονται άτομα, επιχειρήσεις και έθνη, τι άλλο χρειάζεται για να δεις ότι ο πλανήτης γλιστράει στην άβυσσο.
Τα κεφάλαια «Κατά του γιγαντισμού για τις τοπικές κοινότητες», «Κατά των πόλεων από μπετόν, υπέρ των πόλεων σε ανθρώπινη κλίμακα» και «ενάντια στο δαίμονα της τεχνολογίας για μια ολοκληρωμένη οικολογία», όχι μονάχα με βρίσκουν απόλυτα σύμφωνο, αλλά έχω κινηθεί από χρόνια στην ίδια γραμμή, με τη διαφορά ότι δεν μπορώ να αφήσω απέξω την αναφορά στις χριστιανικές αλήθειες, χωρίς τις οποίες δεν βλέπω πώς μπορούμε να «επιστρέψουμε» σε αποκατάσταση νοημάτων και σημασιών που να είναι πανανθρώπινες χωρίς να είναι ολοκληρωτικές. Ο Μπενουά δεν παραλείπει να μιλήσει για «αναβίωση λαϊκών παραδόσεων» προσθέτοντας ότι «Οι Παραδόσεις διατηρώντας ζωντανή τη συντροφικότητα και την αίσθηση της γιορτής, μεταδίδουν ρυθμούς και παρέχουν σημεία αναφοράς» (σ. 86). Όταν γράφει για την κατάσταση των «πόλεων-κοιτώνων», όπως τις λέει, αναφέρεται στα «ατέλειωτα εμπορικά κέντρα που παραμορφώνουν την είσοδο των πόλεων» και στην «πληθώρα ανώνυμων ‘μη-χώρων’ που απευθύνονται σε βιαστικούς χρήστες». Ποιος δεν θα συμφωνήσει μαζί του όταν γράφει πως «Η πόλη πρέπει να επαναπροσδιοριστεί ως τόπος συνάντησης όλων των δυνατοτήτων μας, ως λαβύρινθος των παθών και των ενεργειών μας και όχι ως ψυχρή, γεωμετρική έκφραση της σχεδιαστικής ορθολογικότητας» (σ. 87).
Αυτό που διαπιστώνει στο παρακάτω απόσπασμα: «Η ταχεία γενίκευση, σε πλανητική κλίμακα, του δυτικού επιπέδου παραγωγής και κατανάλωσης θα οδηγήσει σε λίγες δεκαετίες στην εξάντληση όλων σχεδόν των διαθέσιμων φυσικών πόρων και σε μια σειρά κλιματικών και ατμοσφαιρικών ανακατατάξεων με απρόβλεπτες συνέπειες για το ανθρώπινο είδος» (σ. 88) είναι ίδια με όσα διαπίστωνε, πολλά χρόνια πριν, ο Ε. Σουμάχερ στο εξαίρετο βιβλίο του Το μικρό είναι όμορφο (πρωτοεκδόθηκε στα ελληνικά από τις εκδόσεις Γλάρος το 1980 σε μετάφραση Φαράντου Χοϊδά και Όλγας Τρέμη). Ο Σουμάχερ δίδαξε στο Κολούμπια και στην Οξφόρδη αλλά υπηρέτησε και ως οικονομικός σύμβουλος στη βρετανική Αποστολή Ελέγχου στη Γερμανία (1946-50) και του Εθνικού Συμβουλίου Άνθρακος την περίοδο1950-1970. Με πλήρη εποπτεία του χώρου σε διάφορα επίπεδα, θεωρητικά και πρακτικά, προωθούσε από τότε μια ριζική αμφισβήτηση της εξέλιξης (βιομηχανικής-οικονομικής-τεχνολογικής) του δυτικού κόσμου που, ωστόσο, απλωνόταν σε ολόκληρο τον πλανήτη με τα αποτελέσματα που βλέπουμε ειδικά αυτές τις ημέρες: την απληστία, το κυνηγητό του κέρδους και τις βαθιές θρησκευτικές αντιπαλότητες θρησκειών που ανταλλάσσουν αναμεταξύ τους εγκληματικές ενέργειες έχοντας φέρει τον πλανήτη στα πρόθυρα παγκόσμιας σύρραξης με χρήση πυρηνικών όπλων. Και μπορεί να τεθεί εδώ το εξής απλό ερώτημα: όταν επί σειρά ετών εξοπλίζεσαι πυρηνικά, δεν θα χρησιμοποιήσεις ποτέ αυτά τα όπλα; Για να μην πούμε τίποτα για το τεράστιο κόστος αυτών των εξοπλισμών. Ποιος διεστραμμένος νους επέλεξε αυτή τη λύση, υποτίθεται για να αντιμετωπίσει τον εξίσου εξοπλισμένο αντίπαλο; Και ποιος δίνει το δικαίωμα σε πολιτικές ελίτ ή ηγέτες να σέρνουν τους λαούς στην καταστροφή;
Αυτά τα ζητήματα τα θέτει με ουσιαστικό τρόπο και τόλμη ο Μπενουά. Αυτά που εντόπιζε από το 1980 ο Σουμάχερ βρίσκονται στο παρακάτω απόσπασμα του βιβλίου που παρουσιάζω εδώ: «η ταχεία γενίκευση σε πλανητική κλίμακα, του δυτικού επιπέδου παραγωγής και κατανάλωσης θα οδηγήσει σε λίγες δεκαετίες στην εξάντληση όλων σχεδόν των διαθέσιμων φυσικών πόρων και σε μια σειρά κλιματικών και ατμοσφαιρικών ανακατατάξεων με απρόβλεπτες συνέπειες για το ανθρώπινο είδος. Η αλλοίωση της φύσης, η αλματώδης φτωχοποίηση της βιοποικιλότητας, η αλλοτρίωση του ανθρώπου από τη μηχανή και η υποβάθμιση της διατροφής μας αποδεικνύουν περίτρανα ότι το ‘όλο και περισσότερο’ δεν είναι συνώνυμο του ‘πάντα καλύτερα’». Ωστόσο, όταν γράφει ότι «η σφαιρικά ολοκληρωμένη οικολογία απαιτεί την υπέρβαση του σύγχρονου ανθρωποκεντρισμού και τη συνειδητοποίηση του συνανήκειν του ανθρώπου και του σύμπαντος» ζητάει να αρνηθούμε την αποκλειστική θέση (εννοεί του ανθρώπου) που του αποδίδει ο χριστιανισμός και ο κλασικός ανθρωπισμός» (σ. 89). Εδώ το πράγμα θέλει ιδιαίτερη εξέταση.
Δεν μπορούμε να απορρίψουμε την αποκλειστικότητα που υπογραμμίζεται και στην αρχαιοελληνική φιλο-σοφική παράδοση και στην χριστιανική θεολογία γιατί αυτή η αποκλειστικότητα υπαγορεύεται από την Αγία Γραφή και την αποκαλυπτική Θεολογία. Η «κατ’ εικόνα» δημιουργία δεν μπορεί να καταργηθεί. Μονάχα ο άνθρωπος δημιουργήθηκε «κατ’ εικόνα» και αν αυτό αγνοηθεί ή καταργηθεί, καταργούμε την χριστιανική θεώρηση της ζωής και του ανθρώπου. Είναι άλλο ζήτημα ο ανθρωποκεντρισμός. Αυτός επισυνέβη μετά την δυτική Αναγέννηση, όταν συν τω χρόνω ο Θεός-Χριστός παραμερίζεται για να πάρει τη θέση του ο άνθρωπος. Και έπεται συνέχεια, η οποία στις μέρες μας δείχνει τι συμβαίνει όταν ο άνθρωπος θεωρεί τον εαυτό του απόλυτο κυρίαρχο επί της γης και με αγκαλιά τον κυνισμό του ξεθεμελιώνει κράτη και λαούς.
Το τι συμβαίνει σήμερα σχετίζεται με αυτό που ονομάζει «παρακμάζουσα σύγχρονη σκέψη» τονίζοντας ότι αυτή έχει μετατραπεί «σιγά-σιγά σε πραγματική διανοητική αστυνομία» και αποστολή της είναι «να αφορίζει όλους όσοι απομακρύνονται από τα δόγματα της κυρίαρχης ιδεολογίας» (σ. 90). Επέρχεται έτσι ένας ολοκληρωτισμός που μέχρι σήμερα τον εννοούσαν σχετιζόμενο με ολοκληρωτικά καθεστώτα της Ανατολής (Ρωσία, Κίνα κ.α.), ενώ σήμερα φαίνεται να ξεπροβάλλει μέσα από τα σπλάχνα του δυτικού κόσμου και δη της υποτιθέμενα μοναδικής υπερδύναμης. Ο Μπενουά ζητάει αποκατάσταση της ελεύθερης έκφρασης και μιας βαθιάς συζήτησης για τη Δημοκρατία και τις Ιδέες ευελπιστώντας ότι ο κόσμος αυτός μπορεί και πρέπει να αλλάξει. Η τουλάχιστον ας γίνει η προσπάθεια.
Η μετάφραση του βιβλίου πολύ καλή.
Τα κείμενα στο Επίμετρο βοηθούν να διαβαστούν οι προεκτάσεις των νοημάτων του βιβλίου.
⸙⸙⸙
[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Ζωγραφική: ©Anselm Kiefer. Δείτε τα περιεχόμενα του δέκατου έβδομου ηλεκτρονικού μας τεύχους εδώ.]








