Μετάφραση: Μαρία Βαχλιώτη
Σαν τους ζητιάνους διπλωνόμασταν στα δύο, πίσω από τα σακιά ταμπουρωμένοι, βήχοντας σαν παλιόγεροι, με διαλυμένα γόνατα και καταλασπωμένοι,
βρίζαμε –
ώσπου γυρίσαμε την πλάτη μας στη φρίκη και πίσω πήραμε τον δρόμο (που ατέλειωτος φαινόταν) τσακισμένοι.
Βαδίζαμε σαν να ’μασταν υπνωτισμένοι.
Οι πιο πολλοί ξυπόλυτοι, με ξεραμένα αίματα για σόλες στα πόδια τα χωλά,
κουτσοί, τυφλοί, λιώμα απ’ την κούραση, κουφοί – ούτε οι οβίδες δεν μας τάραζαν που πέφτανε κοντά.
«Ρίχνουν αέρια! – Γρήγορα, παιδιά!» – ο πανικός, να ψάχνουμε τις μάσκες να παλεύουμε να τις φορέσουμε – ώσπου ακούγονται ουρλιαχτά, κάποιος σκοντάφτει, παραπαίει, σαν να καίγεται σε ασβέστη ή σε φωτιά.
Θολά, μέσα απ’ τη θαμπωμένη κάσκα μου τον έβλεπα – πυκνό πράσινο φως, πράσινη θάλασσα τον έπνιγε στα μάτια μου μπροστά.
Με βλέμμα ανήμπορο ακόμα τον κοιτάζω, έρχεται σ’ όλα μου τα όνειρα, τον βλέπω να βυθίζεται, να τρεμοσβήνει και να πνίγεται, ν’ ασφυκτιά.
Κι αν το μπορούσες, να ’ρθεις κι εσύ μέσα σ’ αυτά τα όνειρα τα πνιγηρά,
ακολουθώντας την καρότσα που τον ρίξαμε, να βλέπεις το κεφάλι του να κρέμεται, να βλέπεις το ασπράδι των ματιών του γυρισμένο, σαν δαίμονας που τη σιχάθηκε κι αυτός τη συμφορά
κι αν το μπορούσες, να το ακούς σε κάθε τράνταγμα το αίμα, γουργουρητό από πνευμόνια σάπια αφρισμένα ν’ αναβλύζει
σιχαμερό σαν τον καρκίνο, απαίσιο, πικρό σαν εμετό, πληγή στη γλώσσα των αθώων που κακοφορμίζει,
φίλε μου,
δεν θα το είχες επωδό και κορωνίδα
δεν θα το έλεγες στα πιτσιρίκια που διψούν για δόξα και για αίμα,
εκείνο το πανάρχαιο ψέμα:
«Γλυκός, ωραίος ο θάνατος, που ’ναι για την πατρίδα».
⸙⸙⸙
[Πρώτη δημοσίευση της μετάφρασης στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Σχέδιο: ©Kiki Smith. Δείτε τα περιεχόμενα του δέκατου έβδομου ηλεκτρονικού μας τεύχους εδώ.]







