Μιλώντας πολύ γενικά, θα λέγαμε ότι η παραστατική ζωγραφική έχει ένα συγκριτικό πλεονέκτημα και δύο βασικά μειονεκτήματα. Από τη μια μεριά είναι κατανοητή σε όλο τον κόσμο, οι περισσότεροι όταν μιλούν για ζωγραφική σε αυτήν κατά βάση αναφέρονται –φέρει δηλαδή το προνόμιο της αναγνωρισιμότητας. Από την άλλη μεριά, ο «ρεαλιστής» ζωγράφος έχει να ανταγωνιστεί όλα τα ιερά, προγονικά τέρατα της τέχνης του, άρα για να ξεχωρίσει πρέπει πραγματικά να προσφέρει μια δική του, κατά το δυνατόν διαφοροποιημένη και προσωπική θέαση του κόσμου. Την ίδια στιγμή, οφείλει εξαρχής να αποδεχθεί την καλλιτεχνική μοναξιά του καθώς, επειδή ακριβώς εντάσσεται σε μια συγκεκριμένη μακραίωνη παράδοση, αποκλείεται ως «παραδοσιακός» από τη σύγχρονη εικαστική σκηνή και αγνοείται από τις Μπιενάλε ή άλλες δραστήριες πλατφόρμες ανάδειξης του σύγχρονου πολιτισμού, που προτιμούν πιο αφηρημένες, εννοιολογικές, χειρονομιακές μορφές έκφρασης, οι οποίες συχνά στηρίζουν μεγαλεπήβολες θεωρητικές κατασκευές αλλά χωλαίνουν ως προς το μέρος της καλλιτεχνίας. Ως αντίδραση σε αυτή την από νωρίς παγιωμένη κατάσταση, στις αρχές της δεκαετίας του 1980 συστήθηκε μια άτυπη ομάδα «αντιστασιακών» –από τους Στέφανο Δασκαλάκη, Γιώργο Ρόρρη, Ειρήνη Ηλιοπούλου, Εδουάρδο Σακαγιάν και Μαρία Φιλοπούλου–, η οποία πρέσβευε την επιστροφή στη ζωγραφικότητα. Σε αυτή την ομάδα, ή τουλάχιστον στο αξιακό σύστημα που υπηρετούσε, μπορεί να θεωρήσουμε ότι συγκαταλέγεται σήμερα και ο Φραγκίσκος Δουκάκης, χαράζοντας τη δική του ξεχωριστή πορεία.
Στην έκθεσή του, που παρουσιάζεται αυτές τις μέρες στη Δημοτική Πινακοθήκη Πειραιά (μέχρι τις 28/2) και φέρει τον τίτλο «Πειραιάς-Αθήνα: ένα οδοιπορικό», βλέπουμε στιγμιότυπα μιας ανηφορικής διαδρομής που ξεκινά από το λιμάνι και έχει ως κατάληξη την Πλάκα και την αγορά της Κυψέλης. Πώς σχηματίστηκε όμως αυτή η έκθεση;
Κλείνοντας την προηγούμενη ζωγραφική μου ενότητα «Τοπιογραφία», μας λέει ο Δουκάκης, ήθελα να ζωγραφίσω τον Πειραιά, όμως οι δυσκολίες του αστικού τοπίου και η συναισθηματική φόρτιση με σταμάτησαν προσωρινά. Ξεκίνησα, λοιπόν, με την Αθήνα και αφορμή στάθηκε η συμμετοχή μου σε μια ομαδική έκθεση που αφορούσε τη Νεάπολη, οπότε άρχισα να παρατηρώ με έντονο ζωγραφικό ενδιαφέρον πλέον τις γειτονιές και τα τοπόσημά της. Δεν με ενδιέφερε να αποδώσω πιστά τους όγκους των μνημείων ή των κτιρίων, αυτό που με συγκινούσε ήταν η σχέση τους με το φως της ημέρας ή της νύχτας και πώς εγώ αυτό θα το αποδώσω με χρώμα. Θυμάμαι χαρακτηριστικά, όταν δούλευα μέρες και μέρες το Πολυτεχνείο, αυτά τα ελάχιστα λεπτά που είχα στη διάθεσή μου πριν ανάψουν τα φώτα των δρόμων και διαλύσουν τη μαγεία. Στην πορεία άρχισαν να με συγκινούν και ενδιάμεσοι σταθμοί, όπως η Καλλιθέα και το Μοσχάτο, και νιώθοντας την περιπέτεια του δρόμου στράφηκα στον Πειραιά με περισσότερο ζήλο για να ανακαλύψω αλλά και να γυρίσω πίσω στις μνήμες που κουβαλούσα από γνωστά και άγνωστα σημεία. Αυτός δηλώνει άλλωστε και ο τίτλος «ένα οδοιπορικό».
Αυτό που παρατηρούμε αμέσως είναι μια μετατόπιση στη ζωγραφική του: πιο πλακάτα κι έντονα χρώματα σε σχέση με προηγούμενες δουλειές του, διαφορετικός χειρισμός του φωτός, το οποίο τώρα έχει τον πρώτο λόγο αποκαλύπτοντας επακριβώς την ώρα της δημιουργίας του πίνακα, μια υπόγεια ένταση που έχει γίνει ταυτότητα του ζωγράφου. Τα θαμπωμένα τοπία του, εξαϋλωμένα και ονειρικά επειδή έτσι τα σκηνοθετεί το βλέμμα του, μετεωρίζονται μεταξύ αφήγησης και συναισθήματος: πιο αποστασιοποιημένη και «αντικειμενική» η προσέγγισή του στα θαλασσινά τοπία (παρότι Πειραιώτης, παραμένει νομίζω στεριανός θεατής της θάλασσας), πιο νοσταλγική και συγκινημένη η ματιά στους οικείους δρόμους και στις γωνιές του άστεως όπου περπάτησε, κοντοστάθηκε, σχεδίασε τη στιγμή που τον υφάρπαξε πριν τη μεταφέρει στον καμβά (δείτε λ.χ. τις όψεις της Καστέλλας, τις κουρασμένες σκιές στο καλοκαιριάτικο καταμεσήμερο, τις ανηφοριές που καταλήγουν σ’ ένα κομμάτι ελεύθερου ουρανού). Εξαιρετικές επίσης όλες οι εκδοχές της Ακρόπολης, όπου η ιερότητα του βράχου επισημαίνεται απ’ τον συντριπτικό όγκο που υψώνεται εξαίφνης μπροστά στα μάτια μας ή απ’ το δοξαστικό φως του δειλινού ή από την κίτρινη στέγη που λειτουργεί σαν κεκλιμένος διάδρομος όπου γλιστρά το βλέμμα πριν ανυψωθεί («Αθήνα, θέα από το καφενείο η Ωραία Ελλάς»). Από τα πιο ωραία έργα, το «Αμαξοστάσιο στη Θηβών» με τους συμπαγείς χρωματικούς όγκους, όπως και η εικόνα του κολυμβητή μπροστά στη θάλασσα («Πειραιάς-Πειραϊκή», έργο από τα τελευταία του, που δεν συμπεριλήφθηκε στον κατάλογο).

Ρωτάω τον Δουκάκη τι νιώθει πως άλλαξε σε σχέση με την προηγούμενη έκθεσή του. «Νιώθω πως έχω καλύτερη αίσθηση των ζωγραφικών στοιχείων», μου απαντά. «Στη σύνθεση υπερβαίνω το ζωγραφικό κάδρο, το χρώμα είναι ουσιαστικά αφαιρετικό, υπάρχει ένας πλουραλισμός στον τρόπο, που γίνεται ευχάριστα χειρονομιακός». Δηλαδή; «Θεωρώ πως είναι καλύτερος πλέον ο χειρισμός από μέρους μου του στιγμιαίου κι αυτό έχει ως αποτέλεσμα να διευκολύνεται η συνομιλία του έργου με τον θεατή».
Η έκθεση του Φραγκίσκου Δουκάκη σε εξοικειώνει με τους ήχους μιας πόλης που έχουμε συνηθίσει να τη χαρακτηρίζουμε άσχημη –όμως το βλέμμα του ζωγράφου δεν είναι κατά παραχώρηση παρηγορητικό. Είναι κυρίως μυθοποιητικό. Στην πιο ώριμη μέχρι την επόμενη έκθεσή του –αφού συνεχίζει να εργάζεται ακατάπαυστα–, ο Δουκάκης μας πείθει ότι το έργο του έχει πλέον κατακτημένη ιδιοπροσωπία: βλέποντας έναν πίνακά του ξέρεις ποιος το υπογράφει. Κι αυτό δεν είναι λίγο για έναν παραστατικό ζωγράφο, το αντίθετο.
⸙⸙⸙
[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Δείτε τα περιεχόμενα του δέκατου έβδομου ηλεκτρονικού μας τεύχους εδώ.]







