Φέτος κλείνουν 70 χρόνια από το 5ο Φεστιβάλ Νέων Βαρσοβίας, το οποίο διεξήχθη στην πολωνική πρωτεύουσα τον Αύγουστο του 1955, με τη συμμετοχή πολλών εκπροσώπων της παγκόσμιας κομμουνιστικής διανόησης. Μερικά ονόματά αυτής της λίστας ήταν ο Μπολέσουαφ Μπιέρουτ, πρόεδρος της Λαϊκής Δημοκρατίας της Πολωνίας, ο Ενρίκο Μπερλινγκουέρ, γραμματέας της Κομμουνιστικής Νεολαίας Ιταλίας και μελλοντικός γενικός γραμματέας του Κομμουνιστικού Κόμματος Ιταλίας, και ο Αλεξάντερ Σελέπιν, γραμματέας της Κομσομόλ (η κρατική κομμουνιστική οργάνωση νέων της Σοβιετικής Ένωσης). Την Ελλάδα εκπροσώπησαν ως καλεσμένοι οι λογοτέχνες Μέλπω Αξιώτη και Απόστολος Σπήλιος, ενώ στο πλαίσιο του Φεστιβάλ, βραβεύτηκαν και δύο Έλληνες ποιητές, ο Τάσος Λειβαδίτης και ο Αλέξης Πάρνης. Ο Λειβαδίτης έλαβε το Α΄ Ειδικό Βραβείο για φυλακισμένους και εξόριστους ποιητές, μετά από πρόταση του Τούρκου ποιητή Ναζίμ Χικμέτ, ο οποίος ήταν μέλος της επιτροπής βράβευσης. Εκτός από τον Χικμέτ, η επιτροπή απαρτιζόταν από μεγάλες προσωπικότητες του χώρου της στρατευμένης τέχνης, όπως ο Χιλιανός συγγραφέας Πάμπλο Νερούδα, ο Κουβανός ποιητής Νικολάς Γκιγιέν και ο διάσημος Ολλανδός σκηνοθέτης Ιόρενς Ίβενς. Ο Πάρνης τιμήθηκε με το Α΄ Βραβείο Ποίησης για το επικό ποίημά του με τίτλο Μπελογιάννης, λαμβάνοντας το χρηματικό ποσό των 10.000 ζλότι και μια προτομή του που φιλοτέχνησε η Πολωνή καλλιτέχνης Κσεσίνσκα.

Αν και ο Λειβαδίτης είναι ένα διάσημο πρόσωπο στον χώρο των ελληνικών γραμμάτων, ο Πάρνης δεν έχει γίνει ακόμα αποδέκτης ανάλογης αναγνώρισης, παρότι στο συγκεκριμένο φεστιβάλ το έργο του έλαβε τη μεγαλύτερη διάκριση. Γι’ αυτόν τον λόγο, ακολουθούν κάποιες πληροφορίες, παρατηρήσεις και σχόλια πάνω σ’ αυτό το ποίημα που η καλλιτεχνική του αξία για το 1955 αναγνωρίστηκε όσο κανενός άλλου ποιήματος στον χώρο της στρατευμένης ποίησης στην Ευρώπη. Πρώτα απ’ όλα, όμως, επιβάλλονται λίγα λόγια για τον δημιουργό του.
Το ονοματεπώνυμο Αλέξης Πάρνης αποτελεί ψευδώνυμο του Σωτήρη Λεωνιδάκη. Ωστόσο, δεν πρόκειται απλώς και μόνο για ένα λογοτεχνικό ψευδώνυμο, καθώς αρχικά επιλέχθηκε από εκείνον όχι για τον χώρο της τέχνης, αλλά για τον χώρο της ένοπλης Αντίστασης όταν έγινε μέλος του Εθνικού Απελευθερωτικού Μετώπου (ΕΑΜ), κατά τη διάρκεια της Γερμανικής Κατοχής στην Ελλάδα. Από τότε και στο εξής, το όνομα Αλέξης Πάρνης συμβόλιζε για τον ίδιο το σύνολο της ζωής του και όχι μόνο τη λογοτεχνική του ιδιότητα.
Ο Πάρνης, λοιπόν, γεννήθηκε στις 24 Μαΐου του 1924 στον Πειραιά και η αγωνιστική του δράση ξεκίνησε από νεαρή ηλικία, όταν μαζί με τον πατέρα του έσωσαν μια εβραϊκή οικογένεια από τους Γερμανούς. Γι’ αυτήν τους την πράξη τιμήθηκαν και οι δύο από το ισραηλινό ίδρυμα για τα θύματα του Ολοκαυτώματος, Yad Vashem, με τον τίτλο του «Δίκαιου των Εθνών», ενώ όταν ο Πάρνης αναφερόταν σε αυτό το γεγονός, τόνιζε ότι συνέβη πριν ακόμα οργανωθεί στο ΕΑΜ, θέλοντας να δείξει πως από νωρίς φαινόταν ο δρόμος που επέλεξε να ακολουθήσει. Λίγα χρόνια αργότερα έγινε καπετάνιος σε εφεδρικό λόχο του Ελληνικού Λαϊκού Απελευθερωτικού Στρατού (ΕΛΑΣ) και συμμετέσχε στην τελευταία μάχη εναντίον των Γερμανών στο Περιστέρι (12 Σεπτέμβρη του 1944 στη Γέφυρα Κολοκυνθούς). Ωστόσο, το πραγματικό «βάπτισμα του πυρός» ήρθε με τα γεγονότα των Δεκεμβριανών, στη διάρκεια των οποίων τραυματίστηκε σοβαρά. Μεταξύ των ετών 1945-1948 βρέθηκε στο Ρουμπίκ της Αλβανίας και στο Μπούλκες της Γιουγκοσλαβίας ως πολιτικός πρόσφυγας, ενώ κατά τη διάρκεια του Εμφυλίου επαναπατρίστηκε εκτελώντας χρέη πολεμικού ανταποκριτή για τον Δημοκρατικό Στρατό Ελλάδας (ΔΣΕ). Έφτασε ώς τον βαθμό υπολοχαγού, ενώ ανέλαβε και τον ρόλο πολιτικού επιτρόπου για το Γενικό Αρχηγείο του ΔΣΕ.
Πέρα από δημοσιογραφικά κείμενα και ανταποκρίσεις, ο Πάρνης έγραφε ποιήματα και θεατρικά έργα, συχνότερα μονόπρακτα ή δίπρακτα, με στόχο την ψυχαγωγία των συντρόφων του, το μεγαλύτερο μέρος των οποίων έχει πια χαθεί. Διάφορα έργα του δημοσιεύονταν σε εφημερίδες ή έντυπα του ΔΣΕ και έπειτα από τον Εκδοτικό Οίκο «Νέα Ελλάδα», που μετονομάστηκε σε «Πολιτικές και Λογοτεχνικές Εκδόσεις». Η πρώτη αυτή συγγραφική του περίοδος χαρακτηρίζεται από νεανική αισιοδοξία με σημαντικότερα έργα του τη συλλογή διηγημάτων με τίτλο Είμαι μαχητής του Δημοκρατικού Στρατού και το ποίημα Σ’ έναν καινούριο σύντροφο, το οποίο συμπεριλαμβάνεται στο συλλογικό έργο Τραγούδια τῆς Ἀντίστασης που κυκλοφόρησε το 1951 από τον Εκδοτικό Οίκο «Νέα Ελλάδα».
Μετά τη λήξη του Εμφυλίου το 1949, έγινε εκ νέου πολιτικός πρόσφυγας, αυτήν τη φορά στη Σοβιετική Ένωση, όπου σπούδασε στο Λογοτεχνικό Ινστιτούτο Μαξίμ Γκόρκι της Μόσχας. Από εκεί ξεκίνησαν τα πρώτα σημαντικά λογοτεχνικά του βήματα. Στην ΕΣΣΔ απέκτησε φιλικές σχέσεις με μεγάλες προσωπικότητες των γραμμάτων εκείνης της εποχής, όπως ο Παστερνάκ ή ο Χικμέτ, και ο τρόπος γραφής του έγινε πιο σύνθετος, επηρεαζόμενος και από τη ρωσική λογοτεχνία.

Ο Πάρνης είχε συνθέσει περίπου 100 δεκαπεντασύλλαβους στίχους, των οποίων η μορφή ακολουθούσε το στιλ της κρητικής μαντινάδας, όταν απήγγειλε μερικούς από αυτούς στον τότε γενικό γραμματέα της Κεντρικής Επιτροπής του Κομμουνιστικού Κόμματος Ελλάδας (ΚΚΕ), Νίκο Ζαχαριάδη, τον Οκτώβριο του 1952, σε συνάντησή τους στη Μόσχα. Ο Ζαχαριάδης τού ζήτησε να τους απαγγείλει και στους υπόλοιπους παρευρισκόμενους και η συγκίνηση που προκάλεσαν ήταν τόσο μεγάλη που έφερε σε αρκετούς δάκρυα. Έτσι, ο ποιητής πήρε την απόφαση να γράψει το έπος του Νίκου Μπελογιάννη και της θυσίας του για μια Ελλάδα ελεύθερη και ανεξάρτητη. Επηρεασμένος από το ρεύμα του Σοσιαλιστικού Ρεαλισμού στην τέχνη, ο συγγραφέας συνδύαζε την καλλιτεχνική έμπνευση με τη συμπόρευση με την επίσημη κομματική καθοδήγηση, γι’ αυτό και η συζήτηση με τον Ζαχαριάδη έθεσε για εκείνον τα σταθερά θεμέλια πάνω στα οποία αναπτύχθηκαν οι στίχοι του. Ένιωθε πως είχε πάρει την κατάλληλη «έγκριση» για τη σύνθεση ενός έργου που, σύμφωνα με τον ίδιο, βρισκόταν ανάμεσα στον Φωτεινό του Αριστοτέλη Βαλαωρίτη και στις μαντινάδες του Ερωτόκριτου, ένα «Εγκόλπιο του Αντάρτη» όπως το χαρακτήριζε. Το όνειρο του ποιητή ήταν να καταφέρει να δημιουργήσει ένα μεγάλο σε έκταση ποίημα για τον αντι-ιμπεριαλιστικό αγώνα του ελληνικού λαού μέσω του παραδείγματος της ζωής και του θανάτου του Μπελογιάννη, τον οποίο θεωρούσε μια ηρωική μορφή του πολιτικού χώρου της Ελλάδας. Τελικά, ο Πάρνης κατάφερε να συνθέσει ένα ποίημα μεγαλύτερο από 4.000 στίχους για μια εποχή την οποία ο ίδιος χαρακτήριζε ομηρική, νιώθοντας πως ολοκλήρωσε μια προσωπική αποστολή του.

Ο Μπελογιάννης του Αλέξη Πάρνη γραφόταν για δύο ολόκληρα χρόνια, από το 1952 έως το 1954, και δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στο λογοτεχνικό περιοδικό της Μόσχας, Νόβι Μιρ (Новыймир), σε μετάφραση του Νικήτα Ραζγκοβόρωφ. Ο τελευταίος είχε υποβάλει ένα μεγάλο μέρος του για προέγκριση στον διευθυντή του, τον Σοβιετικό Ρώσο ποιητή Αλεξάντρ Τρυφόνοβιτς Τβαρντόβσκυ. Γενικά η πρόσληψη του Μπελογιάννη από τους Σοβιετικούς ήταν ενθουσιώδης γι’ αυτό κι ο Πάρνης εκτίμησε ιδιαίτερα τις παρατηρήσεις για τη βελτίωση της απόδοσης του κειμένου στα ρωσικά. Η δημοσίευση στο συγκεκριμένο περιοδικό συνετέλεσε στο να γίνει γνωστό το ποίημα και να ξεκινήσουν οι μεταφράσεις του σε άλλες γλώσσες, με πρώτες εκείνες που ανήκαν στη σοβιετική επικράτεια, μια εξέλιξη που έκανε τον Πάρνη να νιώσει δικαίωση και για τον κόπο του και για τη στήριξη που δέχτηκε. Σε σύντομο χρονικό διάστημα, τον Σεπτέμβριο του 1955, το ποίημα κυκλοφόρησε και στα ελληνικά από τις Πολιτικές και Λογοτεχνικές Εκδόσεις, τυπωμένο σε 3.500 αντίτυπα. Η βράβευσή του στο 5ο Φεστιβάλ έγινε η αιτία που ο Πάρνης μπήκε ως λήμμα στη Μεγάλη Σοβιετική Εγκυκλοπαίδεια από το 1955 σε δύο διαφορετικούς τόμους, στον 32ο με το ονοματεπώνυμό του και στον 34ο στο λήμμα για την επική ποίηση. Ειδικά για τη μετάφραση του ποιήματος στα κινέζικα, είχε δοθεί εντολή από το μαοϊκό καθεστώς σε δυο νεαρούς Κινέζους να μάθουν ελληνικά και ο Πάρνης επικοινωνούσε μέσω αλληλογραφίας με τον έναν από αυτούς. Αυτά δεν ήταν και λίγα για έναν ποιητή μόλις 31 ετών, προερχόμενο από τους πολιτικούς πρόσφυγες του ηττημένου ΔΣΕ. Σήμερα με τη μορφή βιβλίου υπάρχουν δύο εκδοχές του ποιήματος, καθώς στην επανέκδοσή του, το 2001 από τις εκδόσεις Εκδοχή, ο Πάρνης είχε κάνει σημαντικές αλλαγές με αφορμή τους βομβαρδισμούς του ΝΑΤΟ απέναντι στον άμαχο πληθυσμό της Σερβίας την άνοιξη του 1999. Η πιο χαρακτηριστική από αυτές είναι η μείωση των στίχων του ποιήματος σε λιγότερους από 3.000. Γενικά, τον χαρακτήριζε το να δουλεύει ξανά τα γραπτά του, ακόμα και αυτά που είχαν εκδοθεί, ενώ όλα του τα βιβλία είχαν σημειώσεις, σκισμένες και ξαναγραμμένες σελίδες, διορθώσεις κ.λπ.
Εξαιτίας της υποστήριξης του Πάρνη προς τον Ζαχαριάδη, από την καθαίρεση του τελευταίου από τη θέση του γενικού γραμματέα το 1956 και έπειτα, ο Πάρνης έπεσε σε μια γενική δυσμένεια, κατά τη διάρκεια της οποίας επιβίωσε στην ΕΣΣΔ, γιατί είχε τη στήριξη του λογοτεχνικού κόσμου της Μόσχας. Ένα παράδειγμα αυτής της δυσμένειας είναι ότι ο Μπελογιάννης εκδόθηκε εντός ΕΣΣΔ ως βιβλίο για πρώτη φορά το 1958. Πρόκειται για την περίοδο που ο ενθουσιασμός και η αισιοδοξία του μετατράπηκαν σταδιακά σε πιο κριτική και ρεαλιστική θεώρηση των πραγμάτων από μεριάς του. Παρά τις δυσμενείς συνθήκες, το 1960 κατάφερε να κυκλοφορήσει Το νησί της Αφροδίτης, θεατρικό έργο που τον καταξίωσε σε μεγάλο βαθμό, αφού για δύο χρόνια παιζόταν σε χιλιάδες παραστάσεις, σε 175 θέατρα στη Σοβιετική Ένωση. Στην Ελλάδα ανέβηκε από το ΚΘΒΕ το 1963, έγινε ταινία το 1969 και στις τρεις βασικές του πρωταγωνίστριες (Βέρα Πασέναγια στη Μόσχα, Κυβέλη στο Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος και Κατίνα Παξινού στην ταινία) ο Πάρνης έχει αφιερώσει ποιήματα, όπως έκανε για πρόσωπα που τον σημάδεψαν στη ζωή του. Συνήθιζε να αναφέρεται στα πρόσωπα που τον στήριξαν, να μιλά για όλους τους ιδιαίτερους τρόπους που κατάφερνε να εκδίδει βιβλία ή για τον τρόπο που γυρίστηκε σε ταινία Το Νησί, αναφερόμενος στη βοήθεια που δέχτηκε από τον Αρχιεπίσκοπο Κύπρου Μακάριο Γ’ (πρώτος πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας). Η επιτυχία που είχε Το νησί της Αφροδίτης ήταν το εισιτήριο για τον επαναπατρισμό του, αφού οι αλλαγές στην ΕΣΣΔ είχαν δυσχεράνει τις συνθήκες ζωής του.

Η επιστροφή του το 1962 σηματοδότησε μια νέα συγγραφική φάση, αυτή του προβληματισμού και της κριτικής που περιλαμβάνει μεταξύ άλλων τη Ρωσική Τριλογία του Διορθωτής (1966), Λεωφόρος Πάστερνακ (1971) και Μια Πράγα στον καθένα (1973), ιστορικά μυθιστορήματα που επικεντρώνονται στη Σοβιετική Ένωση των Στάλιν, Χρουστσόφ και Μπρέζνιεφ, αντίστοιχα. Ο Πάρνης είναι πιθανότατα ο πρώτος απ’ όλους τους Έλληνες και ξένους λογοτέχνες που μέσα από τα έργα του άσκησε κριτική στην ΕΣΣΔ, έχοντας ζήσει και στην επικράτειά της. Χρονικά κοντά στην τριλογία κυκλοφόρησε επίσης Ο Κινηματίας (1974) και Ο Μαφιόζος (1976). Η Ρωσική Τριλογία κυκλοφορεί σήμερα από τις εκδόσεις Καστανιώτη σε μορφή ηλεκτρονικού βιβλίου. Ειδικά για τη Λεωφόρο, αξίζει να σημειωθεί ότι αρχικά ανέβηκε ως θεατρικό έργο το 1967 στο Θέατρο Ο’ Νηλ της Μασαχουσέτης και σε δεύτερο χρόνο κυκλοφόρησε ως μυθιστόρημα, ενώ κάτι που ο Πάρνης απέκρυπτε, είναι ότι γι’ αυτό το βιβλίο έλαβε το Β΄ Κρατικό Βραβείο μυθιστορήματος το 1972. Υποτιμούσε τη συγκεκριμένη βράβευση, γιατί έβλεπε από πίσω της πολιτικές σκοπιμότητες.
Ως σεναριογράφος έχει αποδεδειγμένα συνδεθεί τουλάχιστον με τρεις ταινίες (Το Νησί της Αφροδίτης / 1969, Χαϊδάρι 3.30 – αποδράσατε / 1967 και Η επιστροφή της Μήδειας / 1968) και με δύο σειρές στην κρατική τηλεόραση, οι οποίες είχαν μεγάλη τηλεθέαση (Λεηλασία μιας ζωής / 1978 και Το Φως του Αυγερινού / 1980). Στον χώρο του κινηματογράφου χρησιμοποιούσε και το ψευδώνυμο Σ. Λεωνής.
Η τελευταία συγγραφική του περίοδος επικεντρώνεται κυρίως στην Ελληνική Τριλογία του που εκδίδεται από τις Εκδόσεις Καστανιώτη: Οδύσσεια των διδύμων, Ο άλλος Εμφύλιος και Ο ρυθμός του κόσμου (μεταξύ 2009-2018). Τα βιβλία αυτά συμπυκνώνουν τη ζωή και τις ιδέες του, ενώ ιδιαίτερα το πρώτο στην πραγματικότητα φέρει τον γενικό τίτλο της τριλογίας και μπορεί να διαβαστεί και αυτούσιο. Παράλληλα με τη συγγραφή των πεζών, ο Πάρνης έγραφε πάρα πολλά ποιήματα που δημοσιεύονταν κυρίως σε περιοδικά και σίγουρα δεν έχουν εντοπιστεί όλα. Τα τελευταία χρόνια της ζωής του ασχολήθηκε με αυτό που ονόμαζε «μεγάλη ρωσική ποίηση» και στόχος του ήταν μέσω της μεταφραστικής του δουλειάς να αφήσει μια παρακαταθήκη για τις νεότερες γενιές.
Επιστρέφοντας στον Μπελογιάννη, το ενδιαφέρον θα στραφεί αποκλειστικά στην πρώτη εκδοχή του για δύο λόγους. Πρώτον, αντικειμενικά εκείνη ήταν που βραβεύτηκε στο Φεστιβάλ Βαρσοβίας και, δεύτερον, είναι εξαιρετικά δυσεύρετη, οπότε έχει σημασία το αναγνωστικό κοινό να μάθει κάποια στοιχεία της. Μέχρι σήμερα, έχει εντοπιστεί μόνο ένα αντίτυπό της προσβάσιμο στο ευρύ κοινό στα Αρχεία Σύγχρονης Κοινωνικής Ιστορίας (ΑΣΚΙ), στην Αθήνα.
Πριν από το κυρίως ποίημα προηγείται ένα εισαγωγικό δεκαπεντασύλλαβο τετράστιχο με πλεχτή ομοιοκαταληξία, με το οποίο ο ποιητής απευθύνεται προς την πατρίδα του, ζητώντας της να αναγνωρίσει την προσφορά κάθε ανθρώπου που αγωνίστηκε (εννοείται για εκείνη, για την ελευθερία και την ανεξαρτησία της) με όλο του το είναι και με κόστος τη ζωή του, χωρίς να λογαριάσει ποτέ ποιος ήταν ο αντίπαλος. Πρόκειται για μια εικόνα που παρουσιάζεται μέσω αντιθέσεων, καθώς από τη μια η πατρίδα καλείται να χαμηλώσει το κόκκινο λάβαρο του αγώνα για εκείνον που το κράτησε ψηλά μέχρι τον θάνατο, και από την άλλη να γονατίσει μπροστά σ’ αυτόν που δεν γονάτισε ποτέ απέναντι στους εχθρούς του. Δίνεται, έτσι, ο τόνος για τους στίχους που θα ακολουθήσουν.

Το ποίημα αναπτύσσεται μέσα από τρεις λόγους: τον «Λόγο του Τραγουδιστή» που μεταφέρει τη φωνή του ποιητή, τον «Λόγο του Λαού» και τον «Λόγο της Μάνας» του νεκρού αγωνιστή. Ο Δημοσθένης Γ. Γεωργοβασίλης, του οποίου εισαγωγικό κείμενο περιλαμβάνεται στην δεύτερη εκδοχή του Μπελογιάννη, παρατηρεί εύστοχα πως οι λόγοι αυτοί αντιπροσωπεύουν τον μαθητή, τον δάσκαλο και την ιδέα, αντίστοιχα. Βασική μορφική διαφορά μεταξύ τους είναι ότι ο «Λόγος του Τραγουδιστή» εκτείνεται κυρίως σε ιαμβικό δεκαπεντασύλλαβο με ζευγαρωτή ομοιοκαταληξία, «του Λαού» είναι πιο κοφτός και γοργός με τετράστιχα συνήθως των επτά ή οκτώ συλλαβών και πλεχτή ομοιοκαταληξία, ενώ ο «Λόγος της Μάνας» αλλάζει μετρικά ανάλογα με τη συναισθηματική της κατάσταση.
Θεματικά το ποίημα διαπερνά όλα τα γεγονότα της ζωής του Νίκου Μπελογιάννη και μέσα από αυτά ο ποιητής γράφει για τις μεγάλες ιστορικές στιγμές της Ελλάδας του πρώτου μισού του 20ού αιώνα. Ο κάθε λόγος παρουσιάζει τα γεγονότα από την οπτική αυτού που τον εκφέρει. Ένα από τα βασικά στοιχεία της γραφής του Πάρνη είναι η σύνδεση μεταξύ παρελθόντος και παρόντος, οπότε υπάρχουν αναφορές στην αρχαία Ελλάδα και στην Επανάσταση του 1821 που παρουσιάζουν τους Νεοέλληνες ως συνεχιστές μιας μακραίωνης παράδοσης. Βασική παρατήρηση του ποιητή είναι πως παρόλο που η Ελλάδα αναγνωρίστηκε επίσημα ως ανεξάρτητο κράτος, ο ραγιαδισμός είναι ένα φαινόμενο που χαρακτηρίζει τον Νεοέλληνα που επιτρέπει σε ξένα κράτη, τα οποία παρουσιάζονται ως σωτήρες, υποστηρικτές και σύμμαχοι, να παρεμβαίνουν σε εσωτερικά ζητήματα της πατρίδας του. Όλοι εκείνοι οι οποίοι συνεργάστηκαν με ξένους κατακτητές ή χώρες που δήλωναν σύμμαχοι με στόχο τους τη λειτουργία της Ελλάδας ως προτεκτοράτου, αντιμετωπίζονται από τον νεαρό Πάρνη ως προδότες και εχθροί του λαού, τον οποίο θέλουν τυφλό και κουφό μπροστά σε όσα του συμβαίνουν.
Ο ποιητής προχωρά γράφοντας για τα ιστορικά γεγονότα όπως αυτά εξελίσσονται, εκκινώντας από τις ένοπλες συγκρούσεις των σταφιδοπαραγωγών της Πελοποννήσου τον Αύγουστο του 1935 και την επιβολή του στρατιωτικού νόμου τον Οκτώβριο του ίδιου έτους, εξιστορεί τις μάχες που δόθηκαν κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, τις εκτοπίσεις με τα τρένα, τις εξορίες και τις εκτελέσεις, τα γεγονότα της Εθνικής Αντίστασης και του Εμφυλίου. Μέσα σε όλα αυτά, ο ποιητής δεν παραλείπει να κάνει αναφορές στο κόμμα, εννοώντας το ΚΚΕ, το ΕΑΜ και τον ΕΛΑΣ, τον Γράμμο και τη Μακρόνησο, υμνώντας το μεγαλείο του ανθρώπου που αγωνίζεται για ελευθερία, ισότητα και δικαιοσύνη. Αυτός ο άνθρωπος προσωποποιείται μέσα από τον Νίκο Μπελογιάννη, ο οποίος αποτελεί το πρότυπο, τον οδηγό για τους ζωντανούς που θα συνεχίζουν την πορεία προς την επίτευξη του οράματος. Το ποίημα τελειώνει με έναν Λόγο του Λαού μέσω του οποίου υμνείται ο αιώνας αυτός, που θεωρείται η αρχή του αγώνα για δικαιοσύνη. Η Οκτωβριανή Επανάσταση ήταν η αρχή και η νίκη απέναντι στον φασισμό, ήταν το πρώτο βήμα προς αυτήν την κατεύθυνση.
Ο Πάρνης επιτυγχάνει να γράψει για τραγικές στιγμές της χώρας του με λυρικό τρόπο. Διατηρεί το ιδιαίτερο ύφος γραφής του, παρουσιάζοντας τη σύνδεση του παρελθόντος με το παρόν, της νεότητας με το γήρας, του γονιού με το παιδί του, του ανθρώπου με τους συντρόφους του, με τη φύση, τα ζώα και την πατρίδα του. Οι αναφορές σε τοπωνύμια είναι συχνές, όπως και οι περιγραφές στιγμών της καθημερινότητας του ελληνικού λαού όλα εκείνα τα δύσκολα χρόνια. Τονίζεται ακόμα η σημασία της καταγραφής ως τρόπος διατήρησης της μνήμης για τις επόμενες γενιές και η αξία της αλληλεγγύης, ενώ η συνέπεια που επιδεικνύει κανείς στη ζωή του εξυμνείται ως τρόπος μετάβασης στην αθανασία. Αυτά είναι μόνο μερικά στοιχεία του ποιήματος, το οποίο είναι ένα εξαιρετικά σύνθετο κείμενο τόσο ως προς τη θεματική του όσο και ως προς τους τρόπους που αυτή παρουσιάζεται στον αναγνώστη.
Όταν ο Πάρνης βρέθηκε στην Πολωνία για το Φεστιβάλ, διέμεινε στην Βαρσοβία για δύο μήνες, τον Αύγουστο και τον Σεπτέμβρη του 1955. Όσο βρισκόταν εκεί συνέβησαν κομβικές εξελίξεις εντός του ΚΚΕ στην Τασκένδη όπου οι Έλληνες πολιτικοί πρόσφυγες, οπαδοί και αντίπαλοι του Νίκου Ζαχαριάδη, ήρθαν σε σύγκρουση. Κατά την επιστροφή του στη Μόσχα, πληροφορήθηκε τι συνέβη το βράδυ της 9ης Σεπτεμβρίου στην πόλη του Ουζμπεκιστάν και αντιλήφθηκε αμέσως πως το Κρεμλίνο διατηρούσε ξεκάθαρα ευνοϊκή στάση προς τους αντιζαχαριαδικούς. Πήρε άμεσα θέση κατηγορώντας τις πρακτικές των μηχανισμών που διηύθυναν τα πράγματα από μέρους της ΕΣΣΔ στην τοπική κοινότητα των Ελλήνων προσφύγων της Τασκένδης, έκανε λόγο για προμελετημένη υποκίνηση προς την κατεύθυνση ενός μακελειού μεταξύ αδερφών και υποστήριξε πως αν η ΕΣΣΔ ήθελε να εξομαλύνει την κατάσταση, μπορούσε να χειριστεί την απομάκρυνση του Ζαχαριάδη από την ηγεσία του ΚΚΕ με διαφορετικό τρόπο.
Η μετέπειτα σταθερή στήριξη της πλευράς του Ζαχαριάδη και των πολιτικών προσφύγων της Τασκένδης που μπήκαν στο στόχαστρο της Σοβιετικής ηγεσίας έγινε η αιτία διαγραφής του Πάρνη από το ΚΚΕ και σηματοδότησε την έναρξη μιας μακράς περιόδου δυσμένειας που όχι απλώς εμπόδιζε ακόμα και την έκδοση του Μπελογιάννη στην ΕΣΣΔ, αλλά έθεσε σε κίνδυνο ακόμα και τη ζωή του. Το έργο του από τότε υποστηρίχθηκε μόνο από επιμέρους προσωπικότητες του χώρου των γραμμάτων και των τεχνών, γι’ αυτό ακόμα και όταν επέστρεψε ο Πάρνης στην Ελλάδα, δεν συνδέθηκε οργανικά με την επίσημη αριστερή διανόηση, η οποία απέναντί του κράτησε μια στάση αμυντικής σιωπής. Από αυτήν την άποψη, ο Πάρνης παρέμεινε στο περιθώριο γιατί τόσο οι συντηρητικοί όσο και οι αριστεροί κύκλοι τον αντιμετώπιζαν ως εχθρό τους.
Το έργο του ακόμα δεν έχει εκτιμηθεί για την ποιότητά του, αλλά μόνο για τις πολιτικές πεποιθήσεις του δημιουργού του. Ο Πάρνης υπήρξε μια ξεχωριστή περίπτωση, γιατί ενδεχομένως ήταν ο μόνος Έλληνας λογοτέχνης με σημαντικό έργο που πέρασε απ’ όλα τα είδη γραφής. Πεζά, ποιήματα, σενάρια, μεταφράσεις, θεατρικά έργα, στίχοι για τραγούδια… Μια γραφή που υπήρξε ξεχωριστή, γιατί συνδύαζε στοιχεία ελληνικής και ρωσικής λογοτεχνίας, λυρισμού και ρεαλισμού, φιλοσοφικών και ηθικών προεκτάσεων, κριτικής και ειρωνείας, και πρόβαλλε στοχευμένα, πέρα από τις ιδεολογικές προεκτάσεις της σκέψης του συγγραφέα, την αγάπη του για τα ζώα, τον σεβασμό του προς το γυναικείο φύλο και κυρίως το σύμβολο της Μάνας, την ιδέα της ένωσης των αντιθέτων, της δυνατότητας του ανθρώπου να αλλάξει τον εαυτό του και την κοινωνία κ.ά. Και ο Μπελογιάννης είναι ένα εξέχον δείγμα ποιήματος στρατευμένης τέχνης όχι γιατί ακολουθεί πιστά τις αρχές του Σοσιαλιστικού Ρεαλισμού, αλλά γιατί έχει καλλιτεχνική αξία και ως έργο τέχνης. Πρόκειται για ένα ποίημα που κάθε μελετητής της στρατευμένης τέχνης θα μπορούσε να διαβάσει, εξετάζοντας και τις δύο εκδοχές του, ώστε να αντιληφθεί τον τρόπο που μπορεί να παραμείνει κανείς πιστός στην ιδεολογία του και συγχρόνως να την κρίνει, εξελίσσοντας τον εαυτό του, τις ιδέες και την τέχνη του.
❧
* Για φωτογραφικό υλικό από τις ημέρες του Φεστιβάλ μπορεί κανείς να ανατρέξει στην αυτοβιογραφία του Αλέξη Πάρνη, με τίτλο Γεια χαρά – Νίκος, η οποία κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Καστανιώτη
** Ειδικές ευχαριστίες απευθύνονται στον δικηγόρο Κομοτηνής Πέτρο Τεπερίδη, ο οποίος μου προμήθευσε την πρώτη έκδοση του βιβλίου που βρίσκεται στο αρχείο του.
⸙⸙⸙
[Η Μένια Καλιντζόγλου είναι φιλόλογος με μεταπτυχιακό δίπλωμα ειδίκευσης στη φιλοσοφία, υποψήφια διδάκτωρ του ΑΠΘ. Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Φωτογραφίες από το 5ο Φεστιβάλ Νέων Βαρσοβίας (1955). Δείτε τα περιεχόμενα του δέκατου έκτου ηλεκτρονικού μας τεύχους εδώ.]








