frear

Καρτάγκαρ – του Γιώργου Παπαθανασόπουλου

Εμείς τον καπνό, όταν ξεραίνονταν στις λιάστρες, τον φυλάγαμε στο υπόγειο. Δηλαδή στο τέλος του καλοκαιριού που είχε ολοκληρωθεί το μάζεμα και το λιάσιμο, όλη η παραγωγή ήταν αποθηκευμένη μέσα στο κατώι. Στο πάνω σπίτι, που μέναμε, δεν βάζαμε καπνό, όπως ο παππούς και η γιαγιά στο δικό τους. Αλλά αυτοί δεν είχαν κατώι, είχαν σπίτι μονόπατο, όταν έπαιρναν τον ξεραμένο καπνό από τις λιάστρες τον κρέμαγαν στο νταβάνι, μέσα εκεί που έτρωγαν και κοιμόντουσαν, μέχρι να τον δέσουν δέματα το φθινόπωρο. Περισσότερο από το μισό το σπίτι το έπιανε ο καπνός κι αυτοί ζούσαν στο υπόλοιπο. Αλλά και τα δέματα, από το φθινόπωρο και μετά, εκεί μέσα τα φυλάγανε στοιβαγμένα το ένα πάνω στ’ άλλο, στο μισό σπίτι, μέχρι να έρθει η ώρα να τα πουλήσουν στους καπνέμπορους και να ‘ρθουν τα φορτηγά να τα φορτώσουν.

Το πάτωμα στο δικό μας το σπίτι ήταν φτιαγμένο με πελεκητές σανίδες από κυπαρίσσια που είχαν κενά αναμεταξύ τους κι αν έσκυβες λίγο έβλεπες κάτω στο υπόγειο τα δέματα του καπνού, τα κασόνια με τα γεννήματα, τίποτα γεωργικά εργαλεία και κάπου κάπου κανένα ποντίκι να τρέχει από δω κι από κει για ν’ αποφύγει την προσοχή από τις γάτες, που ειδικά τα κρύα μερόνυχτα του χειμώνα, αφήναμε το ένα παραθυράκι μισάνοιχτο για να μπαινοβγαίνουν στο υπόγειο, όπου έβρισκαν τη ζεστασιά τους.

Μας λέγανε κάποιοι που ξέρανε, ότι ήταν ανθυγιεινό να έχουμε τον καπνό μέσα στα σπίτια, ακόμα και από τα υπόγεια ανέβαιναν οι αναθυμιάσεις απάνω, αλλά πού να τον βάζαμε, στην τσέπη μας, μπας κι είχαμε τα λεφτά να φτιάξουμε αποθήκες; δεκάρα τσακιστή δε βασίλευε. Κάποτε πιάσαμε κορέους στο σπίτι κι είδε κι έπαθε η μάνα μου να τους ξεπαστρέψει, γιατί εύρισκαν κρυψώνες και τρύπωναν στο πάτωμα, ανάμεσα στα σανίδια. Είχαν βγάλει όλα τα πράγματα του σπιτιού έξω στην αυλή οι δικοί μου τότε, ήμουνα μικρός και το μόνο που θυμάμαι ήταν ότι σαπουνίζανε το πάτωμα με βούρτσες κι έριχναν νερά για να ξεβγάλουν τις σαπουνάδες.

Κάτω στο υπόγειο έμπαινες από μια φαρδιά, χοντροκομμένη, δίφυλλη πόρτα ξύλινη. Το κλειδί, ένα μεγάλο σιδερένιο κλειδί, ήταν κρεμασμένο σ’ ένα καρφί στον τοίχο, εκεί ήταν μόνιμα, γιατί την πόρτα δεν την κλειδώναμε, καμιά πόρτα δεν κλειδώναμε τότε. Όλες έμεναν ξεκλείδωτες μέρα νύχτα, είτε ήμασταν σπίτι είτε λείπαμε, όχι μόνο στο δικό μας σπίτι, σ’ όλο το χωριό δεν κλείδωναν τις πόρτες οι άνθρωποι.

Η πόρτα του υπογείου άνοιγε απέξω πατώντας προς τα κάτω ένα επίμηκες σιδεράκι, που λειτουργούσε σαν μοχλός και που ήταν λίγο πλατυσμένο στην άκρη για να εφάπτεται ο αντίχειρας. Το σίδερο έμπαινε από μια κάθετη σχισμή και πέρναγε στη μέσα μεριά και με το πάτημα απέξω, σηκώνονταν από τη μέσα μεριά και μαζί σήκωνε τον σύρτη κι έτσι άνοιγε η πόρτα για να μπούμε. Με τον ίδιο τρόπο κάνοντας τις αντίθετες κινήσεις κλείναμε όταν βγαίναμε. Η πόρτα έκανε έναν έντονο θόρυβο διαρκείας, όταν ανοιγόκλεινε, καθώς τρίβονταν το ξύλο με το σίδερο, το μάνταλο με το ζουμπερέκ’, που δεν μπορούσε να τον περιγράψει κανείς με λόγια.

Όπου κι αν ήσουν εκεί κοντά στο σπίτι, άκουγες ότι κάποιος άνοιξε την πόρτα στο κατώι, ήταν αδύνατο να μην ακούσεις, ο θόρυβος ήταν χαρακτηριστικός και με διάρκεια. Ποτέ δεν κλειδώναμε, λοιπόν, μέχρι που κάποιο βράδυ καμιά δεκαριά βαντάκια καπνός, έκαναν φτερά από το υπόγειο. Το είδε ο πατέρας μου την άλλη μέρα πρωί πρωί, μια αράδα βαντάκια έλειπαν από τη θέση τους. Κάποιοι ήρθαν το βράδυ, όταν εμείς κοιμόμασταν, άνοιξαν αποκάτω το υπόγειο, πήραν τον καπνό κι έφυγαν σαν κύριοι.

Άκουγα εγώ που κουβέντιαζαν οι μεγάλοι κι απορούσαν πώς και δεν είχε ακουστεί ο θόρυβος της πόρτας. Έριχναν όλοι την ευθύνη στον ύπνο, ο ύπνος είναι θάνατος, έλεγαν. Η μάνα μου πήγαινε να σκάσει, είχε και νεύρα με τη γιαγιά, που ήταν η μόνη που δεν έδειχνε να νοιάζεται και πολύ. Ο παππούς μου ο Μητράκης, που παραπονιόταν εκείνο τον καιρό ότι δεν είχε καλό ύπνο τα βράδια, ούτε αυτός είχε ακούσει. «Ούτε συ μώρε γέροντα δεν άκουσες τίποτα;», του λέει ο πατέρας μου κάποια στιγμή. Τράβηξε μια γερή ρουφηξιά με το τσιμπουκάκι του ο παππούς σκεφτικός κι αφού έβγαλε τον καπνό μέσα από τα κιτρινισμένα, από τη νικοτίνη, μουστάκια του, είπε: «Μου φαίνεται, μωρέ παιδί, πως κάτι άκουσα, εκεί πριν το ξημέρωμα πρέπει να ‘ταν, αλλά δεν έδωσα σημασία γιατί νόμισα πως το είδα στον ύπνο μου». «Τι άκουσες;», τον ρωτάει γεμάτος περιέργεια ο πατέρας μου, σταθήκαμε κι εμείς οι υπόλοιποι ν’ ακούσουμε τι είχε ακούσει. «Σα ν’ άκουσα, κοντά χαραυγή, την πόρτα κάτω που έκανε, καρτάγκαρ», του λέει.

Οι κλέφτες βέβαια δεν βρέθηκαν ποτέ, ούτε καταγγελία έγινε πουθενά. Εξάλλου τα «κλεμμένα» δεν ήταν και τόσο μεγάλης αξίας, άσε που όταν πέρασε λίγο ο καιρός αρχίσαμε ν’ αμφισβητούμε κατά πόσο έγινε κλοπή ή όχι. Θυμάμαι τη μάνα μου να λέει ότι κάποιος από μας μετακίνησε τα βαντάκια, που υποτίθεται ότι λείπανε, σε άλλη θέση μέσα στο υπόγειο και το είχε ξεχάσει. Η γιαγιά τελικά ποτέ δεν ενδιαφέρθηκε και ο μόνος που ισχυρίζονταν ότι είχε γίνει πραγματικά η κλοπή ήταν ο πατέρας μου, συνεπικουρούμενος από τον παππού, που είτε στον ύπνο του, είτε στον ξύπνιο του είχε ακούσει το καρτάγκαρ της πόρτας.

Τώρα πια όλα αυτά είναι σα να μην έχουν γίνει ποτέ, έχουν ξεχαστεί οριστικά, έγιναν καπνός στη κυριολεξία, οι άνθρωποι κλειδώνουν τις πόρτες, που όταν χρειάζεται ανοίγουν και κλείνουν γρήγορα κι αθόρυβα και δεν κάνουν εκείνους τους περίεργους θορύβους που έκαναν τότε.

⸙⸙⸙

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Ζωγραφική: Σωτήρης Σόρογκας. Δείτε τα περιεχόμενα του δέκατου τέταρτου ηλεκτρονικού μας τεύχους εδώ.]

Σε λίγο καιρό κοντά σας με νέο ηλεκτρονικό τεύχος στο mag.frear.gr

Mag.frear.gr – Τα ηλεκτρονικά μας τεύχη