frear
Karl Wiener
Karl Wiener

Πώς ο φόβος μάς κάνει ανθρώπους – του Τζον Γκρέι

μετάφραση: Θοδωρής Σταμάτης

Πώς ο φόβος μάς κάνει ανθρώπους[1]

Πώς βρεθήκαμε κολλημένοι; Σύμφωνα με τον εκλιπόντα Ντέιβιντ Γκρέμπερ και τον συν-συγγραφέα της Αυγής των πάντων[2] Ντέιβιντ Γουένγκροου, αυτό είναι το πιο σημαντικό ερώτημα που μπορεί να θέσει κανείς όσον αφορά την ανθρώπινη ιστορία. Κατά την «τεράστια πλειονότητα της ανθρώπινης κοινωνικής εμπειρίας», απολαμβάναμε «τρεις πρωταρχικές ελευθερίες»: «την ελευθερία της μετακίνησης, την ελευθερία της ανυπακοής και την ελευθερία της διαμόρφωσης και της μεταμόρφωσης των κοινωνικών σχέσεων». Από τις πρώτες ανθρώπινες κοινωνίες δεν έλειπε αυτό που σήμερα θα περιγράφαμε ως ανισότητες, αλλά δεν είχαν τις δομές κυριαρχίας που συνεπάγεται η ιεραρχική διακυβέρνηση. Η ανθρωπότητα βίωνε μια ειρηνική αναρχία.

Τότε κάτι πήγε «τρομερά στραβά»:

Είναι σαφές ότι εδώ πράγματι έχει αλλάξει κάτι σχετικό με τις ανθρώπινες κοινωνίες, και με πολύ βαθύ τρόπο. Οι τρεις βασικές ελευθερίες σταδιακά υποχώρησαν, σε σημείο που η πλειονότητα των ανθρώπων σήμερα μετά βίας αντιλαμβάνεται πώς θα ήταν να ζουν σε μια κοινωνική τάξη που θα βασιζόταν σε αυτούς.

Πώς συνέβη αυτό; Πώς κολλήσαμε; Και πόσο κολλημένοι είμαστε όντως;

Τα ερωτήματα των συγγραφέων δεν προκύπτουν μόνο από τα ακαδημαϊκά τους ενδιαφέροντα –ο Γκρέμπερ ήταν καθηγητής ανθρωπολογίας στο London School of Economics (LSE), ενώ ο Γουένγκροου είναι καθηγητής συγκριτικής αρχαιολογίας στο Πανεπιστημιακό Κολλέγιο του Λονδίνου– αλλά επίσης από την ακτιβιστική δράση του Γκρέμπερ.

Αναρχικός από την εφηβεία του, ο Γκρέμπερ υπήρξε εμβληματική μορφή του κινήματος Occupy Wall Street το 2011. Το ακαδημαϊκό του έργο και ο πολιτικός του ακτιβισμός είναι στενά συνδεδεμένα, γεγονός το οποίο ενδεχομένως εξηγεί μερικά από τα προβλήματα που αντιμετώπισε κατά τη διάρκεια της σταδιοδρομίας του. Γεννημένος στη Νέα Υόρκη και προερχόμενος από οικογένεια της εργατικής τάξης, σπούδασε στο Phillips Academy Andover και εκπόνησε τη διδακτορική του διατριβή στο Πανεπιστήμιο του Σικάγο, ενώ δίδαξε στο Γέιλ από το 1998 μέχρι το 2005. Παρά τη μεγάλη υποστήριξη των φοιτητών, καθώς και καταξιωμένων προσωπικοτήτων από το επιστημονικό του πεδίο, του αρνήθηκαν τη δυνατότητα να μονιμοποιηθεί και δεν μπορούσε να βρει κάποια άλλη ακαδημαϊκή έδρα στις Ηνωμένες Πολιτείες. Ευτυχώς, τα βρετανικά πανεπιστήμια δεν ήταν τόσο στενόμυαλα. Το 2008 προσελήφθη στο Goldsmiths College του Λονδίνου και το 2013 εκλέχθηκε καθηγητής στο LSE. Ο Γκρέμπερ με τα βιβλία του δείχνει να αμφισβητεί την ομοθυμία η οποία διακρίνει τον κλάδο του, αλλά και τις πολιτικές συνέπειες που πιστεύει ότι προκύπτουν από αυτήν. Το 2004 εξέδωσε ένα ολιγοσέλιδο βιβλίο, τα Αποσπάσματα μιας αναρχικής ανθρωπολογίας[3], ένα πρελούδιο στο καινούργιο και συστηματικότερο, την Αυγή των πάντων, την οποία συν-συνέγραψε με τον Γουένγκροου μέσα σε διάστημα δέκα ετών. Άλλα του βιβλία είναι το Direct Action: An Ethnography (2009), το ευρείας αποδοχής Χρέος: Τα πρώτα 5000 χρόνια (2011)[4], καθώς και το Bullshit Jobs: A Theory (2018). Ο Γκρέμπερ πέθανε ξαφνικά από νεκρωτική παγκρεατίτιδα τον Σεπτέμβριο του 2020. Η πρόωρη απώλειά του μας στέρησε έναν χαρισματικό και πρωτότυπο στοχαστή.

Σύμφωνα με τους συγγραφείς, μεγάλο μέρος της Αυγής των πάντων μπορεί να διαβαστεί ως απάντηση στον Ελβετό φιλόσοφο του 18ου αιώνα Ζαν-Ζακ Ρουσσώ, του οποίου η Πραγματεία περί της καταγωγής και των θεμελίων της ανισότητας ανάμεσα στους ανθρώπους[5] διατείνονται πως παραπλάνησε τους κοινωνικούς στοχαστές από τη στιγμή που γράφτηκε, το 1754. Παράλληλα με τον Ρουσσώ, ένας άλλος στοχαστής που τους απασχολεί έντονα είναι ο Τόμας Χομπς, αφού θεωρούν ιδιαίτερα προσβλητικό τον περίφημο ισχυρισμό του στον Λεβιάθαν (1651) ότι ο ανθρώπινος βίος στη «φυσική κατάσταση» ήταν «μοναχικός, ενδεής, βρωμερός, κτηνώδης και βραχύς»[6]. Ο Χομπς και ο Ρουσσώ συναντιούνται στο γεγονός ότι οι καταπιεστικοί θεσμοί ενάντια στους οποίους επαναστάτησε ο Ρουσσώ αποτελούσαν για τον Χομπς τις προϋποθέσεις προκειμένου οι άνθρωποι να ζήσουν πολιτισμένα. Σύμφωνα με τους Γκρέμπερ και Γουένγκροου, οι θεωρίες τόσο του Χομπς όσο και του Ρουσσώ για την καταγωγή της κοινωνίας των πολιτών και του κράτους πρέπει να απορριφθούν, επειδή οι ερμηνείες που δίνουν για τις απαρχές της ανθρώπινης ιστορίας «απλώς δεν είναι αλήθεια», «έχουν καταστροφικές πολιτικές συνέπειες» και «κάνουν το παρελθόν αχρείαστα βαρετό».

Αξίζει να σημειωθεί πως ηχεί παράξενα η καταδίκη των θεωριών του Χομπς και του Ρουσσώ από τους εν λόγω συγγραφείς με το αιτιολογικό ότι είναι «καταστροφικές» και «βαρετές». Εάν μπορούσε να αποδειχθεί πως είναι λανθασμένες, το ζήτημα θα τελείωνε εκεί. Η αλήθεια όσον αφορά την ανθρώπινη ιστορία δεν χρειάζεται να είναι εμψυχωτική ή συναρπαστική. Είναι αυτή που είναι. Το τι προκύπτει από αυτήν είναι κάτι εντελώς διαφορετικό.

Η ειρωνεία είναι πως, σε ορισμένα κρίσιμα σημεία, η καινούργια ιστορία της ανθρωπότητας που συνέθεσαν οι συγγραφείς μοιάζει με την ιστορία του Ρουσσώ για την προέλευση της κοινωνικής ανισότητας, την οποία αποδέχονται πολλοί που ποτέ δεν διάβασαν ούτε λέξη από τα γραπτά του. Στην αφήγηση του Ρουσσώ, οι άνθρωποι έζησαν για το μεγαλύτερο μέρος της ιστορίας τους σε μικρές εξισωτικές ομάδες κυνηγών-τροφοσυλλεκτών. Ύστερα έγιναν αγρότες, η ατομική ιδιοκτησία έκανε την εμφάνισή της, οι ανθρώπινοι πληθυσμοί αυξήθηκαν, ιδρύθηκαν πόλεις και αναπτύχθηκε ο πολιτισμός, μαζί με την ανισότητα και την πολιτική κυριαρχία.

Ο Γκρέμπερ και ο Γουένγκροου αμφισβητούν το αφήγημα του Ρουσσώ σε διάφορα σημεία. Οι άνθρωποι δεν πέρασαν το μεγαλύτερο μέρος της ιστορίας τους σε μικρές ομάδες· η γεωργία δεν ήταν μια αναπόδραστη φάση της κοινωνικής εξέλιξης· επιπλέον, οι πρώτες πόλεις κατά καιρούς στηρίζονταν σε μεγάλο βαθμό στην ισότητα. Οι πρώτοι άνθρωποι πειραματίστηκαν με πολλούς και διαφορετικούς τρόπους κοινωνικής οργάνωσης. Σε αντίθεση με ό,τι υποστήριζε ο Ρουσσώ, δεν υπήρξε «πρωταρχική μορφή» κοινωνίας.

Ο φιλόσοφος του 18ου αιώνα πίστευε πως όσο οι άνθρωποι γίνονταν περισσότερο πολιτισμένοι αποξενώνονταν όλο και πιο πολύ από την ίδια τους τη φύση και άρχιζαν να ανταγωνίζονται ο ένας τον άλλον. Για τον Ρουσσώ, αυτό ήταν το προπατορικό αμάρτημα του ανθρώπου – το σφάλμα από το οποίο προέκυψαν όλα τα κοινωνικά δεινά. Σύμφωνα με τη συγκεκριμένη θεώρηση, όπως και σύμφωνα με εκείνη του Χομπς, οι άνθρωποι ζούσαν αρχικά σε μια προ-κοινωνική συνθήκη, ενώ κατόπιν εμφανίστηκαν οι διαιρέσεις και οι συγκρούσεις που διαμόρφωσαν το μεγαλύτερο μέρος της ιστορίας. Ο Γκρέμπερ και ο Γουένγκροου, από την άλλη πλευρά, ισχυρίζονται πως ποτέ δεν υπήρξε κάποια τέτοια προ-κοινωνική φυσική κατάσταση. Οι άνθρωποι είναι κατεξοχήν κοινωνικά όντα. Σε αυτή την περίπτωση όμως, γιατί απεμπόλησαν ό,τι, σύμφωνα με τους δύο συγγραφείς, ήταν οι πρωταρχικές ελευθερίες τους;

Όπως ο Γκρέμπερ και ο Γουένγκροου δείχνουν σε μια επισκόπηση η οποία εκτείνεται από την αρχαία Αίγυπτο έως την Εγγύς Ανατολή, την Ινδία και την Κίνα, αλλά που εστιάζει κυρίως στους αυτόχθονες της Αμερικής, υπήρχε τεράστια ποικιλία κοινωνικών πειραμάτων. Κάποιες κοινότητες είχαν διαφορετικές μορφές διακυβέρνησης ανάλογα με την εποχή του χρόνου – πιο αυστηρά οργανωμένες κατά τη διάρκεια της κυνηγετικής περιόδου, εξαιρετικά αποκεντρωμένες το υπόλοιπο διάστημα. Σε κάποιες υπήρχε δουλεία, σε άλλες όχι. Οι τροφοσυλλέκτες ίσως δεν οργανώνονταν σε μικρές ομάδες, αλλά σε τεράστια δίκτυα. Υπήρχαν πολλά είδη αρχαϊκής κοινωνίας, τα οποία μεταβάλλονταν ανάλογα με τις ανθρώπινες ανάγκες και τις εκάστοτε συνθήκες, αλλά από όλα τους απουσίαζαν οι παγιωμένες ιεραρχίες που χαρακτηρίζουν τα κράτη.

Σ’ αυτό το σημείο γίνεται εμφανής ο ευτράπελος χαρακτήρας της «καινούργιας ιστορίας» των Γκρέμπερ και Γουένγκροου. Παρόλο που οι συγγραφείς ισχυρίζονται πειστικά πως η περιγραφή των πρώτων κοινωνιών από τον Ρουσσώ είναι λανθασμένη, ενστερνίζονται –ή ενίοτε επαναλαμβάνουν με ακόμα μεγαλύτερη έμφαση– την ιστορία του πολιτισμού που εκείνος αφηγήθηκε ως πτώση από μια κατάσταση πρωταρχικής χάριτος. Έχοντας απορρίψει τη θεώρηση του Ρουσσώ, χρειάζονται μια δική τους πρωτότυπη εξήγηση για ό,τι εκείνοι αντιλαμβάνονται ως κάθοδο της ανθρωπότητας στην ανελευθερία, αλλά αυτή η εξήγηση δεν εμφανίζεται ποτέ. Λίγες σελίδες πριν από το τέλος του εν λόγω τολμηρού και καθηλωτικού βιβλίου, εξακολουθούν να αναρωτιούνται: «Αν οι κοινωνίες χωρίς κράτος οργανώνονται συχνά με τέτοιο τρόπο ώστε οι αρχηγοί να μην έχουν καταναγκαστική εξουσία, τότε πώς εμφανίστηκαν στον κόσμο μορφές οργάνωσης από πάνω προς τα κάτω;».

Καθώς συνοψίζουν τη θεωρία τους για την ιστορία, τους φαίνεται «ακόμα πιο τραγική» απ’ του Ρουσσώ:

Σημαίνει ότι θα μπορούσαμε να ζούμε με εντελώς διαφορετικές αντιλήψεις για το τι πραγματικά είναι η ανθρώπινη κοινωνία. Σημαίνει ότι η μαζική υποδούλωση, οι γενοκτονίες, τα στρατόπεδα συγκεντρώσεως, ακόμα και η πατριαρχία ή τα καθεστώτα μισθωτής εργασίας δεν θα έπρεπε ποτέ να συμβούν. Από την άλλη, όμως, δηλώνει ότι ακόμα και τώρα οι πιθανότητες για ανθρώπινη παρέμβαση είναι πολύ μεγαλύτερες απ’ ό,τι τείνουμε να πιστεύουμε.

Με άλλα λόγια, η ιστορία –εν πάση περιπτώσει το μικρό μέρος της που κατέγραψαν οι συμβατικοί ιστορικοί– υπήρξε ένα γιγαντιαίο λάθος. Οι άνθρωποι είναι εκ φύσεως αναρχικοί, όμως τις τελευταίες χιλιετίες οι περισσότεροι από αυτούς έζησαν σκλαβωμένοι. Με τα κοινωνικά κινήματα του 21ου αιώνα, η ανθρωπότητα βρίσκεται στα πρόθυρα της εκ νέου ανακάλυψης της θεμελιωδέστερης ελευθερίας: «της ελευθερίας να δημιουργεί νέες και διαφορετικές μορφές κοινωνικής πραγματικότητας». Οι συγγραφείς φαίνονται πεπεισμένοι πως αυτό είναι το αναπόφευκτο συμπέρασμα της αναθεωρητικής ιστορίας του ανθρώπινου γένους που συνέθεσαν.

Οι συγγραφείς μάς λένε πως οι πρωταρχικές ελευθερίες «τείνουν να θεωρούνται δεδομένες απ’ όσους δεν έχουν εκπαιδευτεί συγκεκριμένα στην υπακοή (όπως πιθανότατα συμβαίνει σε όσους διαβάζουν αυτό το βιβλίο, παραδείγματος χάριν)». Εδώ γράφουν με συγκαταβατική περιφρόνηση για εκείνους τους οποίους προτίθενται να απελευθερώσουν –τους κατατρεγμένους και της γης τους κολασμένους–, ειδοποιό γνώρισμα των ριζοσπαστών διανοητών. Οι άνθρωποι στο σύνολό τους, όμως, δεν είναι σκυλιά ώστε να χρειάζονται εκπαίδευση: αντιλαμβάνονται, καλύτερα από τους ιδεολόγους οραματιστές, τις αντικρουόμενες ανάγκες που καθορίζουν την ελευθερία στον σύνθετο και συχνά αντιφατικό κόσμο εντός του οποίου ζουν.

Ένα χαρακτηριστικό αυτής της καινούργιας ιστορίας είναι, ακριβώς όπως συμβαίνει με την ιστορία του Ρουσσώ περί ανισότητας, ότι στο μεγαλύτερο μέρος της έχει άκρως εικοτολογικό χαρακτήρα, πράγμα που και οι ίδιοι συγγραφείς παραδέχονται: «Το μεγαλύτερο κομμάτι της ανθρώπινης ιστορίας είναι οριστικά χαμένο για εμάς. Το είδος μας, ο Homo sapiens, υπάρχει εδώ και 200.000 χρόνια τουλάχιστον, αλλά για τα περισσότερα από αυτά δεν έχουμε ιδέα τι συνέβαινε». Αν όμως η ιστορία περιέχει τόσο πολλές λευκές σελίδες, πώς μπορούν να είναι τόσο σίγουροι ότι οι άνθρωποι είναι εκ φύσεως αναρχικοί;

Κάτι που οι συγγραφείς παραγνωρίζουν και το οποίο αποδεικνύει ακριβώς το αντίθετο είναι η εμφάνιση σε διαφορετικά πολιτισμικά περιβάλλοντα φιλοσοφιών που μοιάζουν με αυτήν του Χομπς. Διαβάζοντας το βιβλίο θα συμπέραινε κανείς πως η χομπσιανή σκέψη υπήρξε μια αλλόκοτη δυσπλασία του δυτικού νου. Όμως ο Κινέζος νομομαθής Χαν Φέι διατύπωσε παρόμοιες ιδέες περί τα 2000 χρόνια νωρίτερα, και σχεδόν την ίδια περίοδο ο Καουτίλυα, ο Ινδός συγγραφέας της Αρθασάστρα, ανέπτυξε μια ανάλογη θεωρία πολιτικού ρεαλισμού. Αυτά τα κείμενα δείχνουν πως τα πολιτικά ζητήματα που έθεσε ο Χομπς –η ανθρώπινη φύση, η ελευθερία, ο πόλεμος, η ασφάλεια, η εξουσία και το κράτος– δεν αφορούν μόνο τις πρώιμες νεωτερικές κοινωνίες της Δύσης που κατατρύχονται από «τον κτητικό ατομικισμό», όπως διατεινόταν ο μαρξιστής στοχαστής Κ. Μπ. Μακφέρσον σε μια επιδραστική κάποτε μελέτη του 1962[7], στην οποία ο Γκρέμπερ και ο Γουένγκροου αναφέρονται με ενθουσιασμό.

Ο Χομπς πίστευε πως τα ανθρώπινα όντα είναι κυριευμένα από «την αιώνια και ασίγαστη επιθυμία για ισχύ και ακόμα περισσότερη ισχύ, που σταματά μόνο με τον θάνατο»[8]. Όμως αυτή η επιθυμία δεν οφείλεται στην παρόρμηση για συσσώρευση ιδιοκτησίας, όπως ισχυρίζονται οι Γκρέμπερ και Γουένγκροου, ή κατά κύριο λόγο στον εγωισμό, όπως ο ίδιος ο Χομπς ενίοτε υπαινισσόταν. Από οποιαδήποτε παρόρμηση κι αν εμφορούνται –τον κίνδυνο ενός βίαιου θανάτου, την προσπάθεια να διατηρήσουν έναν συγκεκριμένο τρόπο ζωής ή την ανάγκη να ελέγξουν τους φυσικούς πόρους–, οι άνθρωποι παλεύουν να αποκτήσουν εξουσία προκειμένου να προστατευτούν από τους άλλους ανθρώπους. Ο φόβος, και όχι η απληστία, είναι το πραγματικό χομπσιανό πάθος.

Η επιταγή του Χομπς μάς βοηθά να ερμηνεύσουμε την αποτυχία των σύγχρονων προσπαθειών να δημιουργηθούν κοινωνίες χωρίς κράτη. Πολλά πολιτικά σχέδια υπήρξαν πιο επιβλαβή από τον αναρχισμό. Λίγα είναι τόσο αναποτελεσματικά όσο αυτός. Οι πλέον θανάσιμοι εχθροί των αναρχικών δεν ήταν οι τυραννίες ενάντια στις οποίες εξεγέρθηκαν. Αν οι επαναστάσεις καταλήγουν τόσο συχνά σε καθεστώτα περισσότερο καταπιεστικά από εκείνα που ανέτρεψαν, αυτό σε μεγάλο βαθμό οφείλεται στην ξέφρενη πάλη για εξουσία η οποία συνήθως διεξάγεται μεταξύ αντιμαχόμενων επαναστατικών κινημάτων.

Τα αναρχικά κινήματα έγιναν ευρείας κλίμακας πολιτικές δυνάμεις μόνο δύο φορές στην ιστορία του 20ού αιώνα, όπου και στις δύο περιπτώσεις εξαφανίστηκαν. Στις αρχές της δεκαετίας του 1920, οι αναρχικοί Μαύροι στρατοί στη Ρωσία διαλύθηκαν και οι διοικητές τους εκτελέστηκαν από τους Μπολσεβίκους αφού πρώτα συνέδραμαν τον Κόκκινο στρατό να συντρίψει τους αντεπαναστάτες Λευκούς. Στον ισπανικό Εμφύλιο, οι πολιτοφυλακές των αναρχικών τέθηκαν στο περιθώριο και κατόπιν απορροφήθηκαν από τις τακτικές στρατιωτικές μονάδες που ήλεγχε η σοβιετική Ρωσία. Οι προσπάθειες να δημιουργηθούν κοινωνίες χωρίς κρατική οργάνωση ηττήθηκαν ξανά και ξανά από καλύτερα οργανωμένες και περισσότερο αδίστακτες επαναστατικές δυνάμεις που λειτουργούσαν σαν κράτη.

Όταν μια ζώνη χωρίς κρατική οργάνωση αποκτά υπόσταση, η επιβίωσή της εξαρτάται από τα κράτη που την περιστοιχίζουν. Αυτό συμβαίνει στην περίπτωση της αυτόνομης ζώνης της Ροζάβα, στην κουρδική βόρεια Συρία, την οποία ο Γκρέμπερ επισκέφθηκε το 2014 και την ανακήρυξε εργαστηριακό πείραμα αναρχισμού. (Ο φυλακισμένος αρχηγός της ζώνης Αμπντουλάχ Οτσαλάν παραδέχτηκε την επιρροή που άσκησε σε αυτόν ο Μάρεϊ Μπούκτσιν (1921-2006), ο Αμερικανός θεωρητικός του «αναρχισμού μετά τη σπάνη», έτσι υπάρχει κάποια βάση στη θεώρηση του Γκρέμπερ.) Το μέλλον της Ροζάβα εξαρτάται από την Τουρκία, το Ιράκ, τη Συρία του Μπασάρ αλ Άσαντ, το αυτόνομο ιρακινό Κουρδιστάν, καθώς και από τις Ηνωμένες Πολιτείες – οι οποίες εξακολουθούν να έχουν ενεργό παρουσία στην περιοχή. Παραδόξως, δεδομένων των οικολογικών προταγμάτων που θέτει ο αναρχισμός του Μπούκτσιν, τα ορυκτά καύσιμα είναι ο βασικός πλούτος της ζώνης.

Δεν είναι δύσκολο να προβλέψουμε πώς θα καταλήξει το πείραμα της Ροζάβα. Σε κάθε αντιπαράθεση για τα κοιτάσματα πετρελαίου, η Ροζάβα θα είναι υποχρεωμένη να απαντήσει λειτουργώντας όλο και περισσότερο σαν κράτος, συνάπτοντας συμμαχίες με άλλους στην περιοχή, διαφορετικά θα εξαφανιστεί. Σε κάθε περίπτωση, η Ροζάβα είναι εγκλωβισμένη εντός αναπόφευκτων γεωπολιτικών συγκρούσεων. Δεν υπάρχει το περιθώριο για μια ζώνη ειρηνικής αναρχίας σ’ έναν κόσμο κρατών τα οποία βρίσκονται σε εμπόλεμη κατάσταση.

Πιθανόν επειδή το κίνημα δεν είχε ξεκάθαρους στόχους, η αυτόνομη ζώνη που δημιουργήθηκε από το Occupy Wall Street δεν απέτυχε αλλά απλώς διαλύθηκε. Οι ζώνες που εμφανίστηκαν πιο πρόσφατα στις αμερικανικές πόλεις ακολουθούν διαφορετική πορεία. Ως άμεσο στόχο είχαν να διακόψουν τη χρηματοδότηση της αστυνομίας, και αυτό ήταν ένα ζητούμενο που τουλάχιστον εν μέρει επετεύχθη. Στην πράξη, πρόκειται για επέκταση του νεοφιλελεύθερου προγράμματος ιδιωτικοποίησης του κράτους. Οι αστυνομικές δυνάμεις δεν εξαφανίζονται, γίνονται εταιρείες ασφαλείας, οι οποίες εξυπηρετούν εκείνους που έχουν την οικονομική δυνατότητα να ανταπεξέλθουν στα εν λόγω έξοδα. Οι υπόλοιποι αφήνονται να τα βγάλουν πέρα μόνοι τους και να συμβιβαστούν όπως μπορούν με το οργανωμένο έγκλημα και τις συμμορίες που ελέγχουν την περιοχή.

Ενίοτε η θεώρηση των Γκρέμπερ και Γουένγκροου όσον αφορά την πρόσφατη ιστορία προσεγγίζει εκείνη των νεοφιλελεύθερων. Παρατηρούν με προφανή επιδοκιμασία ότι

υπάρχουν τώρα παγκόσμιες γραφειοκρατίες (δημόσιες και ιδιωτικές, από το ΔΝΤ και τον Διεθνή Οργανισμό Εμπορίου μέχρι την J. P. Morgan Chase και διάφορους οίκους αξιολόγησης πιστοληπτικής ικανότητας) […]· και υπάρχουν επίσης από κρυπτονομίσματα μέχρι ιδιωτικές εταιρείες ασφαλείας που υποσκάπτουν την κυριαρχική εξουσία των κρατών.

Η ιστορία ωστόσο κινείται γοργά προς την αντίθετη κατεύθυνση. Τα κυρίαρχα κράτη επαναφέρουν τα εδαφικά σύνορα, θέτουν περιορισμούς στο παγκόσμιο εμπόριο προς χάριν της ασφάλειας στις αλυσίδες εφοδιασμού και αποκτούν τον έλεγχο των κρυπτονομισμάτων. Αυτές οι τάσεις μπορεί να επιταχύνθηκαν εξαιτίας της πανδημίας, ωστόσο η αύξηση της κρατικής παρέμβασης χρονολογείται από το 2007-2008, όταν οι κυβερνήσεις στήριξαν την παγκόσμια οικονομία προκειμένου να εμποδίσουν μια διεθνή οικονομική κατάρρευση.

Ο Γκρέμπερ και ο Γουένγκροου, όπως οι νεοφιλελεύθεροι, αισθάνονται εχθρότητα για το κράτος πρόνοιας, το οποίο απορρίπτουν επειδή υπονομεύει την αλληλεγγύη που διακρίνει την εργατική τάξη. Παραβλέπουν τα οφέλη που προσφέρουν τα κράτη πρόνοιας στους απλούς ανθρώπους: την ελευθερία να μην εξαρτώνται από ένα συνονθύλευμα φιλανθρωπίας και κοινωνικής ασφάλισης όσον αφορά την ιατροφαρμακευτική τους περίθαλψη, για παράδειγμα. Η ανθρώπινη ελευθερία είναι σύνθετη υπόθεση. Το Εθνικό Σύστημα Υγείας γεννήθηκε από έναν παγκόσμιο πόλεμο, τον οποίο διεξήγαγε ένα ισχυρό, εκείνη την εποχή, βρετανικό κράτος. Τα κράτη ευθύνονται για πολλά κακά, αλλά επίσης και για μερικά ζωτικής σημασίας καλά. Όλως περιέργως, έτσι εξηγείται το γεγονός ότι οι άνθρωποι επιθυμούν να κυβερνώνται από αυτά.

Οι συγγραφείς οικτίρουν τους «κακότεχνους, φθαρμένους και καταστροφικούς από πολιτική πλευρά» μύθους που καθορίζουν τη σκέψη μας σχετικά με το παρελθόν και το μέλλον. Είναι πειστικοί ως προς τον ισχυρισμό τους ότι οι πρώτες ανθρώπινες κοινωνίες ήταν πολύ πιο ετερόκλητες και ενίοτε περισσότερο πειραματικές απ’ όσο θεωρείται συνήθως. Παρ’ όλα αυτά ο Γκρέμπερ και ο Γουένγκροου εξωράισαν εκ νέου έναν οικείο μύθο που προωθήθηκε από τον Ρουσσώ και τους πολλούς ανεπίγνωστους μαθητές του: την πεποίθηση ότι η ανθρωπότητα βρίσκεται «κολλημένη» στο μεγαλύτερο μέρος της ιστορίας της. Δεν υπάρχει λόγος να πιστεύουμε πως υπήρχε κάποτε μια πρωταρχική κατάσταση ελευθερίας και χάριτος. Βρισκόμαστε εκεί όπου βρισκόμασταν πάντα, κάνοντας ό,τι καλύτερο μπορούμε για να αντιμετωπίσουμε τις δυσκολίες μας, και, μ’ έναν τρόπο, τα καταφέρνουμε.

[1] Το παρόν κείμενο αποτελεί μετάφραση του άρθρου: «How fear makes us human», περ. New Statesman, 3 Νοεμβρίου 2021. Ηλεκτρονική δημοσίευση: https://www.newstatesman.com/culture/books/2021/11/dawn-everything-new-history-humanity-david-graeber-wengrow-review (προσπελάστηκε στις 29.03.2023).

[2] David Graeber και David Wengrow, The Dawn of Everything. A New History of Humanity, Allen Lane, 2021. Ελλ. έκδ.: Η Αυγή των πάντων. Μια καινούρια ιστορία της ανθρωπότητας, μτφρ. Χριστόδουλος Λιθαρής, Διόπτρα, Αθήνα 2023. Όλα τα παραθέματα προέρχονται από την παρούσα έκδοση.

[3] David Graeber, Αποσπάσματα μιας αναρχικής ανθρωπολογίας, μτφρ. Σπύρος Κουρούκλης, Στάσει Εκπίπτοντες, Αθήνα 2019.

[4] David Graeber, Χρέος. Τα πρώτα 5000 χρόνια, μτφρ. Γιάννης Βογιατζής – Γιώργος Καράμπελας – Γιάννης Πεδιώτης, Στάσει Εκπίπτοντες, Αθήνα 2013.

[5] Ζαν-Ζακ Ρουσό, Πραγματεία περί της καταγωγής και των θεμελίων της ανισότητας ανάμεσα στους ανθρώπους, μτφρ. Μέλπω Καναγκίνη-Αλεξίου, Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 2010.

[6] Thomas Hobbes, Λεβιάθαν ή Ύλη, μορφή και εξουσία μιας εκκλησιαστικής και λαϊκής πολιτικής κοινότητας, εισ. Αιμίλιος Μεταξόπουλος, μτφρ. Γρηγόρης Πασχαλίδης – Αιμίλιος Μεταξόπουλος, Γνώση, Αθήνα 2006, σ. 196.

[7] Κ. Μπ. Μακφέρσον, Ατομικισμός και ιδιοκτησία. Η πολιτική θεωρία του πρώιμου φιλελευθερισμού από τον Hobbes ως τον Locke, μτφρ. Ελένη Κασίμη, Γνώση, Αθήνα 1986.

[8] Thomas Hobbes, ό.π., σ. 170.

Σε λίγο καιρό κοντά σας με νέο ηλεκτρονικό τεύχος στο mag.frear.gr

Mag.frear.gr – Τα ηλεκτρονικά μας τεύχη