frear

Τέσσερα ποιήματα – του Δημήτρη Περοδασκαλάκη

Μια Κυριακή στον Νίκο Καρούζο

Υπόγειο
Από την υγρασία τοίχοι πράσινοι
Βιβλία στίβες εδώ κι εκεί-
Σκαλιά μιας άλλης κλίμακας
Στον χλοερό σου τόπο
Ένα τραπέζι ξύλινο για δείπνους μυστικούς
Κι ένα ντιβάνι για τις ασκήσεις κοίμησης

Μοτοσικλέτες γκαζώνουν πάνω απ’ το παράθυρό σου –
Ριπές σαν σε απόσπασμα πυροβολούν την ύπαρξη
Δυο μέτρα κάτω απ’ τη γη
Χρόνια σαράντα στην υπόγειο έρημό σου
Με επισκέπτες δαίμονες και θεούς
Να δείχνουν τα βασίλειά τους

Περιφέρεσαι κρατώντας ένα ποίημα νιογέννητο
Δοκιμάζεις δυνατά λέξεις και στίχους
Ξανά και ξανά
Ακούγονται φτυσίματα, φωνές και παύσεις
Παύσεις και φωνές
Βουίζει ο λόγος σου στης γης τα σπλάχνα
Στα δάχτυλά σου αχνίζει η υγρή σελίδα
Μιλάς και περπατάς μ’ ανυποχώρητη φωνή
Σαν να σ’ ακούνε όλοι οι απ’ αιώνος στις στοές τους
Σταυρώνεις τη σελίδα τρεις φορές ψάλλοντας:
«Και μετά του πνεύματός σου»

Η θυρωρός σκουπίζει έξω απ’ την πόρτα σου
Χτυπά ανήσυχη και σε ρωτά
Αν σου συμβαίνει κάτι
Της απαντάς:
«Φτύνω τον θάνατο Κυριακάτικα»

Μια κούτα γάλακτος Νουνού

Σταμάτησε στη γειτονιά το φορτηγάκι. Απ’ την οδό Πυθίας παραπλεύρως στην οδό Φαέθοντος. Συχνά από τη μία στην άλλη μετακόμιζε οδό. Σε κάποιο μου ταξίδι θέλησα να τη δω. «Μετακομίζω πάλι. Θα σε δυσκολέψω» μου είπε. Πήρα ταξί και πήγα στην οδό Φαέθοντος 26. Εκείνη στο μπαλκόνι επέβλεπε τη διαδικασία της μετακόμισης. Έπιπλα, κουζινικά, κυρίως κούτες με βιβλία. Είχε απομείνει μια κούτα γάλακτος Νουνού. «Αφήστε τη σε μένα» φώναξε με τη βραχνή απ’ τα τσιγάρα της φωνή. «Θα την ανεβάσω εγώ. Τι γράφει; Προσοχή! Εύθραυστον! Αφηρημένα ουσιαστικά. Ε, αυτή είναι δική μου δουλειά!». Κατέβηκε, πήρε την κούτα απ’ την καρότσα κι άρχισε τη σκάλα να ανεβαίνει. Μου έγνεψε να την ακολουθήσω. Η πόρτα ανοιχτή. Μπήκαμε μέσα. Μ’ έτρωγε η περιέργεια πού θα άφηνε την κούτα. Γύρισε και με κοίταξε σαν να ήθελε την έκπληξή μου να προλάβει. Ύστερα άφησε με πάταγο την κούτα από τα χέρια της στο δάπεδο να πέσει. «Τίποτε δεν παθαίνουνε καλέ! Φταίνε που φταίνε! Λέξεις είναι! Αλίμονο στα πράγματα!»

Ένα όραμα του Νίκου Εγγονόπουλου

Κάποτε ο ζωγράφος και ποιητής είχε δει τον Ιωάννη τον Πρόδρομο στο ατελιέ του. Ο άγιος ήξερε την αδυναμία που είχε ο Εγγονόπουλος στη γιορτή του, εκείνην με τις φωτιές το καλοκαίρι. Του είπε λοιπόν, αφού στη χάρη του πηδώντας τις φωτιές μπορούσε να βρίσκεται σε όποια πόλη επιθυμούσε με υπερφυσικό τρόπο (έτσι είχε βρεθεί στο Ελμπασάν, στο Καράκας και σε άλλες πόλεις), να ζωγραφίσει μια εικόνα του αλλά με το νέο υπερρεαλιστικό πνεύμα. «Είμαι και εγώ υπερρεαλιστής» του έλεγε ο Πρόδρομος. Του πρότεινε μάλιστα τρία θέματα για ζωγραφική.

Θέμα πρώτο

Θα με ντύσεις αρχαίο Έλληνα και θα με βάλεις να κρατώ ένα τεράστιο μεταλλικό ρολόι, το οποίο και θα βυθίζω στο ποτάμι πριν από τη βάπτιση.

Θέμα δεύτερο

Θα με ζωγραφίσεις παιδί να εργάζομαι σε έναν πυροτεχνουργό και να κατασκευάζω πασχαλινά χαλκούνια. Δεν ξέρετε δα και τίποτε για την παιδική μου ηλικία. Από μικρός πάντως το είχα κι εγώ με τις φωτιές και όλοι μου φωνάζανε με τη φωτιά μην παίζω. Παρεμπιπτόντως σού αναφέρω ότι με ανακούφιση αργότερα δεχτήκαν την ενασχόλησή μου με τα νερά του Ιορδάνη. Επιστρέφω όμως στο θέμα· σού προτείνω το εργαστήριο να το τοποθετήσεις στη Σαντορίνη μέσα στον βραχώδη λόφο που ονομάζεται Μονόλιθος, στην κορυφή του οποίου υπάρχει εκκλησάκι αφιερωμένο στο όνομά μου.

Θέμα τρίτο

Ζωγράφισέ με στην όχθη ενός βρώμικου ποταμού, με τη γνωστή τρίχινη φορεσιά, να σκύβω και να μαζεύω τα ματωμένα κεφάλια του Ρήγα Φεραίου και του Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα.

Αυτά είπε ο Πρόδρομος στον Εγγονόπουλο και φεύγοντας του άφησε μια ολοκαίνουργια παλέτα.

Περί ύψους και βάθους

Συνήθιζε να περπατά δίπλα στη λίμνη Λεμάν της Γενεύης. Του άρεσε αυτό το ήσυχο καθρέφτισμα της πόλης. Κοιτούσε και το πρόσωπό του κάπου κάπου στο νερό μονολογώντας: «και είδον τα οστά τα γεγυμνωμένα και είπον· άρα τις εστί…».

Κάποια φορά εκεί στην όχθη της λίμνης, αναπολώντας τη Ζάκυνθο είδε ένα κουλουριασμένο τραγούδι. Έσκυψε και το πήρε. Το μέτρησε και είχε κύκλους 23, σαν ένα ρολόι που του έλειπε η 24η ώρα. Και όμως ήταν στην πόλη των ρολογιών, στη Γενεύη, στην πατρίδα του χρόνου, τη μόνη επιτέλους πατρίδα μας. Αλλά και στα ρολόγια των πατρίδων λείπουν ή περισσεύουν πάντα κάποιες ώρες, όπως και στα ρολόγια των ανθρώπων, σκεφτόταν.

Ύστερα γύρισε στο ξενοδοχείο και άρχισε μετά μανίας να διαβάζει για την ποιότητα των ποιητικών ωρών στο αρχαίο εκείνο περί Ύψους σύγγραμμα του Λογγίνου. Κουρασμένος κοιμήθηκε και είδε στον ύπνο του –τι παράδοξο- τον Εκατόνταρχο της Σταύρωσης Λογγίνο, την ώρα που ύψωνε τη λόγχη του, για να κεντήσει το σώμα του Θεού.

Ποιος να το έλεγε στον Ανδρέα Κάλβο ότι χρόνια αργότερα στην ίδια πόλη θα ανακάλυπταν στο βάθος του ευρωπαϊκού εργαστηρίου φυσικής υψηλών ενεργειών το σωματίδιο του Θεού.

⸙⸙⸙

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Φωτογραφία: ©Tamara Shoshitashvili. Δείτε τα περιεχόμενα του όγδοου ηλεκτρονικού μας τεύχους εδώ.]

Σε λίγο καιρό κοντά σας με νέο ηλεκτρονικό τεύχος στο mag.frear.gr

Mag.frear.gr – Τα ηλεκτρονικά μας τεύχη