frear

Οι λέξεις δεν χρεοκοπούν – του Γιώργου Δελιόπουλου

Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου, Ο θυρωρός των ημερών, εκδ. Κέδρος, Αθήνα 2022.

Ας φανταστούμε σχηματικά τον ποιητή σαν το κινούμενο κέντρο ενός σύμπαντος· γύρω από αυτό ανοίγονται ομόκεντροι δακτύλιοι, τους οποίους και τέμνει ο ποιητής, καθώς κινείται προς πάσα κατεύθυνση. Ένας πρώτος δακτύλιος είναι σίγουρα ο ιδιωτικός του κόσμος, οι προσωπικές αναμνήσεις, οι οικογενειακές και φιλικές του σχέσεις. Ένας άλλος δακτύλιος είναι το λογοτεχνικό πλαίσιο και η συγγραφική παράδοση που τον καθορίζει. Τέλος, ένας τρίτος δακτύλιος που τον περιβάλλει είναι το κοινωνικό γίγνεσθαι της εποχής του και οι ιστορικές προβολές του στο παρελθόν. Καθώς λοιπόν ο «ανήσυχός» μας ποιητής περιτρέχει με δημιουργική ζέση το σύμπαν του, ακουμπά κάθε φορά κι έναν διαφορετικό δακτύλιο ή και πολλούς μαζί. Τη στιγμή αυτής της επαφής γεννιέται το ποίημα, το οποίο –θεματικά και εκφραστικά– διαμορφώνεται ανάλογα με το είδος του εκάστοτε δακτυλίου που τέμνει. Με βάση την παραπάνω αναλογία, λοιπόν, μπορούμε να ομαδοποιήσουμε ή να διαφοροποιήσουμε το έργο ενός δημιουργού από των υπολοίπων, να παρατηρήσουμε την εξέλιξη της ποιητικής του, να ανιχνεύσουμε συνέχειες, τομές και εντάσεις, ανάλογα με τον χώρο που έχει επιλέξει να κινηθεί.

Στην τελευταία της ποιητική συλλογή, Ο θυρωρός των ημερών, η Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου εστιάζει –περισσότερο από ότι στα προηγούμενα βιβλία της– στη λογοτεχνική παράδοση με την οποία συνομιλεί και στα ζητήματα ποιητικής που την απασχολούν. Τα περισσότερα ποιήματα της συλλογής συγκροτούν ένα οιονεί δοκίμιο, όπου καταθέτει την προσωπική της άποψη για τον ρόλο, το περιεχόμενο, τη διαδικασία γραφής και τα εκφραστικά ζητούμενα της τέχνης της.

Αυτό, βέβαια, δεν σημαίνει ότι στη συλλογή δεν υπάρχουν ποιήματα με πιο προσωπικό ύφος ή με κοινωνικές αναφορές. Στο πρώτο μέρος της συλλογής διαβάζουμε αρχικά, εν είδει εισαγωγικού στοχασμού, τους στίχους του Δ.Π. Παπαδίτσα: «Κι από μια συλλαβή σ’ ένα δάσος / κατεβαίνει κανείς στο τίποτα της ρίζας του» («Έμβρυο φως», Όπως ο Ενδυμίων, 1970), ενώ στη συνέχεια ακολουθούν ποιήματα, όπου κυριαρχούν οι υπαρξιακές αγωνίες και οι προσωπικές αναμνήσεις, παράλληλα με στοχασμούς περί ποίησης και διακειμενικές αναφορές σε άλλους λογοτέχνες. Στα περισσότερα ποιήματα της πρώτης ενότητας η ποιήτρια τέμνει τον «δακτύλιο» του ιδιωτικού της κόσμου. Άλλωστε, όπως σημειώνει, η ποίηση γεννιέται από θραύσματα στιγμών, κινούμενη πάνω στο «αιχμηρό μας σύμπαν», στις επίμονες ακμές των προσωπικών τραυμάτων και των υπαρξιακών αγωνιών. Ο χρόνος που τρέχει, η επίγευση της μοναξιάς, η πικρία των διαπροσωπικών σχέσεων, η ματαιότητα της καταξίωσης επανέρχονται διαρκώς στα ποιήματα του πρώτου μέρους. Μαζί με όλα αυτά παρελαύνουν και τα ερείπια της προσωπικής μνήμης, η μορφή του πατέρα, αλλά και οι γωνιές των αγαπημένων της τόπων με τα αλλοτινά στέκια, που έχουν πια οριστικά αλλοτριωθεί (Αθήνα, Βαρδάρης και Μύλοι Αλλατίνη στη Θεσσαλονίκη). Γι’ αυτό και η ποιήτρια καταλήγει: «Και τι να δεις; / Τον άνεμο να σκουντουφλά πάνω σε λαμαρίνες / ή πέρα δώθε να κουνά κινέζικα φανάρια;» («Βαρδάρης After», σ. 56).

Στα συγκεκριμένα ποιήματα οι εικόνες συνιστούν ένα σύνολο άλλοτε καθημερινών πραγμάτων και περιστάσεων και άλλοτε ιδιαίτερων σκηνών που ξαφνιάζουν [1], χωρίς να έχουν πάντα εμφανή λογική συνοχή. Ωστόσο, αυτές οι συναισθηματικά υποβλητικές εικόνες, που μοιάζουν ετερόκλητες, μεταφέρουν στον αναγνώστη έναν ευδιάκριτο υπαρξιακό προβληματισμό, που τις νοηματοδοτεί και τις συνδέει. Επιπλέον, ο στίχος αναδίδει έναν ήπιο νοσταλγικό λυρισμό, χωρίς επιτηδευμένους μελοδραματισμούς, όπως στο παρακάτω ποίημα, αφιερωμένο στον πατέρα της ποιήτριας:

ΜΟΝΩΔΙΑ (σελ. 27)

στον πατέρα μου

Γιορτάζει ο κήπος θερινός
μόλις αντιληφθεί πως τον κοιτάζω.
Αναπολεί το τελετουργικό των χεριών σου
όταν πέτρα την πέτρα έγραφαν
την αόρατη πραγματεία της ευγένειας.
Η οσμή του πράσινου εξέρχεται δοξαστική
ανεβαίνει και διασκορπίζεται σαν στοχασμός
της ελιάς, της ροδιάς, της λεμονιάς
του έλατου, της λεβάντας.
Το νεύμα των θαλασσινών τόπων με προσπερνά.
Επωάζομαι γυάλινη
σαν έρημος πάλλουσα μα υποφωτισμένη.
Τόσες μετατοπίσεις σε μια μικρή ανάπαυλα
τόση ανθοφορία αδικαίωτη.
Τα σαλιγκάρια διασχίζουν ήσυχα την υγρασία του χόρτου
θα συναντήσουν σε λίγο τα βιαστικά μυρμήγκια
και την υπόγεια γλώσσα της αυτοσυντήρησης
τα έντομα θα διασταυρωθούν άστεγα
με το αιχμηρό μας σύμπαν
κι εμένα κάποτε, μια μέρα που δεν θα το περιμένω
μια ώρα του κήπου αδιάφορη
κάποιος θα προσπαθήσει
να με ελευθερώσει.

Από τα ποιήματα του πρώτου μέρους της συλλογής δεν λείπουν και τα ευρύτερα κοινωνικά σχόλια, καθώς η ποιήτρια, περιπλανώμενη στο δημιουργικό της σύμπαν, «συναντά» τον δακτύλιο της εποχής της. Καθώς, όπως σημειώνει σ’ έναν στίχο της: «Σεισμογενής ο αιώνας», βρίσκουμε σχόλια ή και ολόκληρα ποιήματα που ακτινογραφούν τα κυρίαρχα κοινωνικά θέματα (πανδημία, κοινωνικές αποστάσεις, πόλεμος, οικονομική κρίση) ή ιστορικές καταστάσεις που επαναλαμβάνονται στο παρόν [2]. Σε ορισμένα ποιήματα η Λουκίδου κρίνει τη φαινομενική εξέλιξη και κίνηση της εποχής, χαρακτηρίζοντάς την ως φανταχτερή ακινησία ή αναφέρεται στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και την άυλη πραγματικότητα που βιώνουμε. Αλλού διαπιστώνουμε φανταστικές συνυπάρξεις, όπως τη συνάντηση των Φιλικών με τον Αντρέι Ρουμπλιώφ του Ταρκόφσκι στο ποίημα «Από το σπίτι της Παρόδου Κράσνη 18 μέχρι το σπίτι μου» (σσ. 40-42). Πάντως, οι στίχοι με κοινωνικές ή ιστορικές αναφορές ξεφορτώνονται τον λυρισμό των πιο προσωπικών ή υπαρξιακών ποιημάτων, καθώς γίνονται πιο αιχμηροί, ενίοτε και ειρωνικοί ή σαρκαστικοί, όπως στο ποίημα «Του πολέμου» (σ. 61):

[…] Είδατε, κύριοι, είναι όλα θέμα οπτικής.
Η βόμβα απλώς βοήθησε
να μπουν τ’ αστέρια απευθείας στο δωμάτιο
το βιβλίο σας δεν έλεγε άλλωστε πολλά
και το βαλσάκι παλιομοδίτικο εντελώς
ενώ ο ανδριάντας μας
δίνει μια άλλη προοπτική
κι οι φτέρνες, ω, δείτε τις φτέρνες του
πόσο αποφασιστικά ανασηκώνονται
γιατί οι στόχοι, κύριοι, είναι για τον ηγέτη μας
ο μόνος στόχος.
Απαγορεύει αυστηρά την αστοχία.
Συγκινημένος σας ευχαριστώ.
Εσάς, την ιστορία, τον γλύπτη.
Και τώρα προσκαλώ τη χορωδία του στρατού.
Ας κλείσει η τελετή αυτή αρμονικά.

Προχωρώντας στη δεύτερη ενότητα της συλλογής, διαβάζουμε ως εισαγωγικό motto τον στίχο του Γάλλου ποιητή Alain Bosquet: «Οι λέξεις έχουν χρεοκοπήσει». Στα ποιήματα ποιητικής που ακολουθούν, ο αναγνώστης έχει την αίσθηση ότι η ποιήτρια επιχειρεί να αντικρούσει την παραπάνω διαπίστωση με μια έμμετρη απολογία υπέρ της ποίησης. Για τη Λουκίδου, οι λέξεις δεν χρεοκοπούν, όταν δεν πλήττουν. Γι’ αυτό και ο στίχος της χαρακτηρίζεται από ευρηματικούς συνδυασμούς λέξεων και εικόνων, που μας εκπλήσσουν ευχάριστα: «Και τότε μες στα κάτοπτρα ανθίζουν οι Σαχάρες». Σε αυτή τη συλλογή υπάρχει επιμελημένη θεατρικότητα και σκηνοθεσία, με εναλλαγή αφηγηματικών τρόπων (διάλογο, περιγραφή, αφήγηση, σχόλια, μονόλογο) και ένθετα ποιητικά υποκείμενα που συνομιλούν. Αυτή η εντονότερη εκφραστική ποικιλία και τόλμη προσδίδει ζωντάνια και παραστατικότητα στα ποιήματα, διαφοροποιώντας τη συγκεκριμένη συλλογή από τις προηγούμενες [3].

Η ποιήτρια, λοιπόν, δεν εφησυχάζει και βρίσκεται σε δημιουργική αναζήτηση για τους εκφραστικούς της τρόπους, κάτι που δεν είναι ιδιαίτερα συχνό σε δημιουργούς με μακρά συγγραφική πορεία και κατασταλαγμένη ποιητική γραφή. Οι περισσότεροι ακολουθούν την πεπατημένη, αποφεύγοντας πειραματισμούς. Η Λουκίδου, όντας σε διαρκή συνομιλία με τη σύγχρονη ποίηση χάρη (και) στο κριτικό της έργο, αναστοχάζεται πάνω στον τρόπο γραφής της και τον παραλλάσσει, χωρίς να απολέσει την ποιητική της ταυτότητα. Συνοδοιπόροι στο ταξίδι της γραφής και ουσιαστικοί συνομιλητές της σ’ αυτή τη συλλογή είναι οι υψηλοί προσκεκλημένοι, οι ποιητές και οι ποιήτριες που παρελαύνουν στους στίχους της: Πλαθ, Γουλφ, Γώγου, Εξιπερί, Ασλάνογλου, Σολωμός, Τσελάν κ.ά. Με σηματωρό τη ζωή και το έργο τους, μέσα από συνεχείς διακειμενικές αναφορές, βαδίζει η Λουκίδου στα δύσκολα, ηφαιστειογενή μονοπάτια της ποίησης.

Για τη Λουκίδου, η ποίηση είναι επίπονη διαδικασία, μια διαρκής αναμέτρηση με τις λέξεις, σίγουρα όχι μια ανέμελη ή καθησυχαστική ενασχόληση: «Κι όσο πιο γρήγορα το αντιληφθείς / τόσο χειρότερα για σένα / γιατί η ποίηση είναι κατακλυσμός / –δεν είναι κιβωτός, καλέ μου Νώε–» («Μάταιη αναμέτρηση», σ. 84). Το ποίημα γεννιέται, όταν σιωπά η βουή του κόσμου· μόνο τότε μπορεί να ακουστεί η εσωτερική φωνή και να προσεχθούν τα ασήμαντα ή ευτελή που συνήθως διαφεύγουν του βλέμματός μας στη ροή της μέρας. Η ποίηση, λοιπόν, στοχεύει στην ανάδειξη του ασήμαντου που όλοι προσπερνούν, στη διάσωση μιας χαμένης ψυχικής αθωότητας που όλοι ξεχνούν, αλλά και στην αναδιάταξη του εσώτατου εαυτού που όλοι φοβούνται.

[…] Όμως τη νύχτα που οι θόρυβοι σιγούν
ηφαιστειογενείς περιοχές αναζητώ
–οι υψηλές θερμοκρασίες, ξέρετε
ευνοούν τον σχηματισμό του γυαλιού
κι είναι συντριπτική η καταστροφή
που μου προξενούν τα ποιήματα–
πρέπει σε φόρμα να κρατιέμαι
για τη στιγμή που θα αναφωνήσω
στον ερχομό του Ερχόμενου.
Γι’ αυτό ηφαιστειογενείς περιοχές αναζητώ.
Ρίχνομαι με τα μούτρα στη δουλειά.
Ως το επόμενο πρωί επαναφέρω κάπως
τη διαύγεια.
(«Υαλουργία», σ. 71)

Το σημαντικότερο, όμως, επιχείρημα της Λουκίδου για το ότι οι λέξεις δεν χρεοκοπούν είναι η βαθιά πεποίθηση ότι Ο θυρωρός των ημερών, ο ποιητής δηλαδή, κομίζει με τους στίχους του την παραμυθία μέσα στις στάχτες και την ελπίδα του θαύματος, ότι τελικά τα ποιήματα «θ’ ανασηκώσουν κύματα / και τα θεμέλια μιας πόλης σκοτεινής / στο διάφανο θα τα μετατοπίσουν» («Και τι πιστεύει ο ποιητής», σ. 76).

Σημειώσεις

1. Βλ. τις αλλόκοτες μορφές του τσίρκου στο ποίημα «Cirque du Freak» (σσ. 52-53), με τις οποίες η ποιήτρια επιχειρεί να αποδώσει αλληγορικά το αίσθημα διάλυσης και απομόνωσης του σημερινού ανθρώπου.

2. Βλ. το επίκαιρο ιστορικό σχόλιο για την ανθρώπινη τραγωδία και την αδιαφορία των πολιτικών στη Μικρασιατική Καταστροφή το 1922, όπως αποτυπώνεται στο ποίημα «Κινηματογραφικός φακός 1922» (σσ. 46-47).

3. Για τα βασικά χαρακτηριστικά των προηγούμενων συλλογών της βλ. Γιώργος Δελιόπουλος, «Εν αναμονή του θαύματος», Ο Σίσυφος, τχ. 15-16 (Νοέμβριος 2018).

⸙⸙⸙

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Ζωγραφική: Guram Khetsuriani. Δείτε τα περιεχόμενα του όγδοου ηλεκτρονικού μας τεύχους εδώ.]

Σε λίγο καιρό κοντά σας με νέο ηλεκτρονικό τεύχος στο mag.frear.gr

Mag.frear.gr – Τα ηλεκτρονικά μας τεύχη